Δεν ήταν μια κανονική μέρα σίγουρα. Αντί τα φώτα να σβήσουν, εκείνα άνοιξαν και η Νατάσσα Μποφίλιου με τη φυλή της στη σκηνή και ορθάνοιχτα φώτα μάς κοίταξαν κατάματα. Ούτε «εκατοστό» πιο κάτω από τα μάτια. Ήταν Σάββατο, ελάχιστες μέρες μετά το τραγικό γεγονός στα Τέμπη. «Δεν σκεφτήκαμε ούτε στιγμή να ακυρώσουμε τη σημερινή βραδιά. Γιατί αυτό που κάνουμε εμείς σε αυτή τη σκηνή δεν είναι απόδραση από τη ζωή. Αλλά παρέμβαση».

Με αυτές τις κουβέντες έφτιαξε την πρώτη και εντελώς απαραίτητη γέφυρα με τον κόσμο η Νατάσσα Μποφίλιου. Ήταν το πιο δυνατό χειροκρότημα που έχω ακούσει σε έναρξη στη ζωή μου. Ή έτσι θέλησα να φανταστώ. Καμία σημασία δεν έχει. Γιατί η Νατάσσα, ο Θέμης, ο Γεράσιμος και η φυλή τους δεν θα μπορούσαν να αρχίσουν αυτή τη βραδιά χωρίς μια τέτοια γέφυρα. Μια γέφυρα που τελικά όλο το βράδυ έστεκε εκεί. Γερή και πέτρινη. Για να περάσουν από πάνω της τα τραγούδια. Οι λέξεις του Γεράσιμου Ευαγγελάτου. Οι μελωδίες του Θέμη Καραμουρατίδη. Η φωνή της. Η φωνή της Νατάσσας Μποφίλιου. Όχημα, αλλά και τοκετός ολόκληρος. Γέννα αυτών των λέξεων. Με όλο τον πόνο, τον θυμό, τη χαρά και τη λύπη. Με τα γαμώτο και τα γιατί. Με το φως και το σκοτάδι. Και μια ανακούφιση. Όπως μετά από ουρλιαχτό. Η παράσταση που επιμελήθηκε ο Γεράσιμος μήνες πριν, με τις μελωδίες και τις ενορχηστρώσεις του Θέμη είχε καταφέρει ένα πράγμα σπάνιο. Να αφουγκραστεί την πραγματικότητα, να μην τη φοβηθεί, να τη χαϊδέψει, να την καταπιεί και κυρίως να τη μιλήσει. Όχι για αυτοδικαίωση. Όχι για αυτοπραγμάτωση. Ούτε από ματαιοδοξία. Αλλά γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Είναι η πρώτη φορά που τα αυτιά για να σε φτάσουν τα τραγούδια ήταν τοποθετημένα στην καρδιά και όχι στο κεφάλι. Και τα τραγούδια όλα αλλιώς. Όχι οι λέξεις τους. Όχι οι μελωδίες τους. Όχι η φωνή της. Αυτά που είχαν συλλάβει από τα πριν. Αυτά που είχαν αφουγκραστεί από τα πριν. Είδα την πόλη μου ολόκληρη. Είδα αυτά που συμβαίνουν εκεί έξω. Τον δρόμο. Τα δάκρυα. Τους έρωτες που παλεύουν να αντέξουν. Τους φίλους χέρι-χέρι. Τα πανό. Τις καταλήψεις λίγο πιο πάνω. Τα σύνορα. Αυτά τα μέσα και τα έξω. Τίποτα κρυμμένο. Όλα στο φως. Αυτή η ομάδα, αυτή η φυλή και αυτή τη φορά διάβασε την πραγματικότητα, αντίκρισε τις μοναξιές μας κατάματα και αποφάσισε να ουρλιάξει με τον πιο συλλογικό τρόπο από σκηνής τις λέξεις και τις μελωδίες με την πιο σπαραχτική Νατάσσα Μποφίλιου που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.

Ολα τα τραγούδια ήταν καινούργια. Ολοκαίνουργια. Σαν να γράφονται εκείνη την ώρα. Σαν να φτάνουν με ραβασάκια από τον Γεράσιμο στον Θέμη πάνω στη σκηνή και η Νατάσσα με τη φωνή της να ξέρει ακριβώς τι να τα κάνει. Πώς να μας πει τις ιστορίες. Και αν τελικά οι ιστορίες είναι ό,τι άφησαν πίσω, εκεί στη σκηνή αυτής της φυλής, εγώ μίλησα, αγάπησα, θύμωσα, πόνεσα, ανακουφίστηκα και τελικά μπόρεσα. Τώρα κατάλαβα γιατί μερικοί τους φοβούνται τόσο αυτούς του τρεις και κάνουν έτσι. Όχι τόσο για τις απαντήσεις τους. Αλλά για τις ερωτήσεις που γεννούν με τα τραγούδια τους.