Σ’ εσάς που μας ακούτε» φωνάζουν οι άνθρωποι του Πολιτισμού όλο το τελευταίο διάστημα, από τότε που το Π.Δ. 85 διαγράφει μονοκοντυλιά όλα τα ακαδημαϊκά και εργασιακά δικαιώματά τους. Δείγμα γραφής ενός αυταρχικού καθεστώτος που μισεί την κοινωνία και την ελεύθερη έκφραση και, όπως με σαφήνεια έχει δείξει, τον πολιτισμό πάνω απ’ όλα, το επίμαχο Π.Δ. έδωσε ακόμα μια γροθιά στο ευαίσθητο σώμα των καλλιτεχνών, των φοιτητών δραματικών και καλλιτεχνικών σχολών, των καθηγητών τους, των εργαζομένων στον σύγχρονο Πολιτισμό. Με συσσωρευμένα τα προβλήματα και τις αδικίες που βιώνουν τα τελευταία τριάμισι χρόνια, αυτοί οι άνθρωποι, που μας κρατάνε όρθιους σε δύσκολους καιρούς, δίνουν τον αγώνα για το μέλλον τους. Βγαίνουν στους δρόμους και μας δείχνουν τον δρόμο. Η φωνή τους είναι δυνατή. Τους ακούμε, άραγε;
Επιχειρώντας να ανιχνεύσουμε τη διαδραστικότητα όσων συμβαίνουν τον τελευταίο ενάμιση μήνα, απευθυνθήκαμε σε δημιουργούς και επιστήμονες που δραστηριοποιούνται πέριξ των τεχνών, αλλά και σε μια φοιτήτρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Καταθέτουν τη γνώμη τους ο συγγραφέας και μεταφραστής Δημήτρης Γκιούλος, ο συγγραφέας Σπύρος Γιανναράς, η Παυλίνα Μάρβιν, ποιήτρια και φοιτήτρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, η αρχιτέκτονας Κατερίνα Σκιά, η αρχαιολόγος Ελισάβετ Σολωμού, ο καθηγητής Φιλοσοφίας Άρης Στυλιανού, ο ιστορικός Χρήστος Τριανταφύλλου.
Σπύρος Γιανναράς συγγραφέας, μεταφραστής

Κι όμως αλλάζουν τα πάντα
Γιατί διαμαρτύρεστε αφού δεν αλλάζει τίποτα; Κι όμως, αλλάζουν τα πάντα. Αυτό ψυχανεμίζεσαι βλέποντας τον αγώνα των σπουδαστών των δραματικών, μουσικών και των σχολών χορού. Η εκμηδένιση της αξίας των πτυχίων τους τροφοδοτείται από μια περιφρονητική αντίληψη, ανάκατη με ένα σχεδόν χειροπιαστό, υφέρπον μίσος, που επιβάλλει με τον πιο βάναυσο τρόπο τη μοχθηρή απαξία της. Έτσι το κράτος φτάνει να εκμηδενίσει την αξία κρατικών πτυχίων. Όμως η πιο άγρια υποτίμηση του Πολιτισμού υπερβαίνει ένα ψυχικό όριο, που ο ήδη βαθιά υποτιμημένος, άσχημα στενεμένος από τη χρόνια οικονομική και βαθιά πολιτιστική κρίση κόσμος των καλλιτεχνών δεν μπορεί να ανεχτεί. Ακριβώς διότι σήμερα, με την επίθεση στον ανθό του, τους φοιτητές, αισθάνεται στο πετσί του ότι διακυβεύεται η ύπαρξή του. Η βαθύτερη προσβολή δεν έγκειται στην εκμηδένιση μονάχα της αξίας των καλλιτεχνικών πτυχίων -αν δεν αλλάζει τίποτα, προς τι η αλλαγή; Κι αν δεν αλλάζει τίποτα, γιατί αναβαθμίζονται την ίδια ώρα τα πτυχία των αστυνομικών;-, αλλά στη μετακίνηση του προβλήματος στο οικονομικό. Στο «πώς κάνετε έτσι; Τα ίδια λεφτά θα παίρνετε!». Η μετακίνηση, ωστόσο, αυτή παραδόξως αναδεικνύει την καρδιά του προβλήματος, ότι ο τεχνοκράτης που αποφασίζει σήμερα για τις τύχες μας αντιλαμβάνεται τα πάντα από την τιμή και όχι από την αξία τους. Από τα κομμένα εισιτήρια, στο όνομα των οποίων τσιμεντώνει ακόμα και την Ακρόπολη. Υποτιμά έμπρακτα το οικονομικό αντίκρισμα της δουλειάς των καλλιτεχνών, ουσιαστικά όμως αποπειράται να εκμηδενίσει τη συμβολική τους αξία, εξισώνοντάς τους με τους υποψήφιους των τηλεοπτικών talent shows. Με το κωμικά ακάτεχο «κι εγώ το κάνω αυτό». Όμως ο καλλιτέχνης είναι δημιουργός. Και η δημιουργία είναι μια διαρκής σπουδή, η οποία εντούτοις προϋποθέτει πτυχίο. Όπως προϋποθέτει ότι ο αληθινός καλλιτέχνης τη θέτει πάνω από το χρήμα (ιδίως στην Ελλάδα όπου οι καλλιτέχνες υπηρετούν το λειτούργημά τους, προσφέροντας από το υστέρημά τους). Κι αυτό είναι κάτι που ο νεοφιλελεύθερος τεχνοκράτης δεν μπορεί να ανεχθεί· αναιρεί το κοσμοείδωλό του.
Παυλίνα Μάρβιν ποιήτρια, φοιτήτρια του Τμήματος Σκηνοθεσίας της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου

«Σ’ εσάς που μας ακούτε»
Το Εθνικό Θέατρο βρίσκεται στον αέρα. Για πρώτη φορά στην Ιστορία οι διδάσκοντες και οι διδάσκουσες, οι καθηγητές μας, παραιτήθηκαν όλοι, δηλώνοντας με τον πιο θαρραλέο τρόπο την εναντίωσή τους στο Π.Δ. 85, που ισοπεδώνει τις σπουδές μας ταυτίζοντας το δίπλωμα μας με απολυτήριο Λυκείου. Σπουδαστές και σπουδάστριες σε όλη την Ελλάδα, ηθοποιοί, σκηνοθέτες/ιδες, χορεύτριες/ές και επαγγελματίες από όλους τους καλλιτεχνικούς κλάδους εδώ και έναν μήνα ενώνουμε τις φωνές μας στους δρόμους, στις καταλήψεις, στο Διαδίκτυο, στις δεκάδες εκδηλώσεις ευαισθητοποίησης που οργανώνουμε, διεκδικώντας τα αυτονόητα: την παροχή Τ.Ε. στα πτυχία μας και την ίδρυση νέων, δημόσιων Ανώτατων Σχολών Παραστατικών Τεχνών, ικανοποιητικά στελεχωμένων, με όλες τις απαραίτητες φοιτητικές παροχές, συμπεριλαμβανομένων σίτισης και στέγασης. Πληθώρα ξένων μέσων ενημέρωσης σπεύδει να καλύψει τα γεγονότα στις καταλήψεις και στους δρόμους, την ίδια στιγμή που τα περισσότερα ελληνικά ΜΜΕ, μεταξύ αυτών και η ΕΡΤ, αποσιωπούν συστηματικά το μεγαλύτερο γεγονός στα πολιτιστικά πράγματα της χώρας μας αυτή τη στιγμή ή, ακόμη χειρότερα, ψεύδονται, χωρίς να ντρέπονται να δηλώσουν ακόμη και ότι η παραίτηση των δασκάλων μας (που παραιτήθηκαν εγγράφως ακόμα και στις ενδεχόμενες ανανεώσεις των συμβάσεών τους) υπήρξε προσχηματική. Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου στο Μοσχάτο, το Κτήριο Τσίλλερ του Εθνικού Θεάτρου, το Rex, το ΚΘΒΕ, η ΚΣΟΤ, το Βασιλικό Θέατρο στη Θεσσαλονίκη, το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και το Θέατρο «Απόλλων» στην Πάτρα τελούν υπό κατάληψη. Εφόσον οι δράσεις και οι εξελίξεις δεν καλύπτονται πάρα ελάχιστα από τα μέσα ενημέρωσης, είναι πολύ σημαντικό να παρακολουθούμε τις σελίδες των καταλήψεων στα κοινωνικά δίκτυα και να ανταποκρινόμαστε στις άμεσες ανάγκες για αναλώσιμα, συμμετοχή στις ανοιχτές συνελεύσεις και στις εκδηλώσεις, κοινοποιήσεις των κινητοποιήσεων και των δράσεων. Χρειαζόμαστε επειγόντως την υποστήριξη εργαζομένων από όλους τους κλάδους, επείγει να συνειδητοποιήσουμε τι πλήγμα δέχεται ο Πολιτισμός αυτή τη στιγμή, τι θεσμική απαξίωση δεχόμαστε όχι μόνο στον τομέα των παραστατικών τεχνών, αλλά και στους τομείς των μουσείων, της Εκπαίδευσης, της Υγείας, που δέχονται όλο και μεγαλύτερα χτυπήματα. Δεν υπάρχουν έκφραση, ελευθερία και αντίσταση σε καμία κοινωνία δίχως την τέχνη και δεν πρέπει να επιτρέψουμε σε καμία κυβέρνηση να περιθωριοποιεί τους δημιουργούς προκειμένου να τους αποδυναμώσει. Ο «χρόνος τελειώνει», γράφαμε στα κείμενά μας μέχρι και τις 8 Φεβρουαρίου, περιμένοντας έμπρακτες ενδείξεις από την κυβέρνηση για την απόσυρση του Π.Δ. και την ικανοποίηση των δίκαιων, βασικότατων αιτημάτων μας. Τώρα ο χρόνος έχει ήδη τελειώσει. Βρισκόμαστε σε εμπόλεμη ζώνη και, από σας που μας ακούτε, χρειαζόμαστε άμεση στήριξη. «Σ’ εσάς που δεν ακούτε…»

Κατερίνα Σκιά αρχιτέκτονας μηχανικός

Στην και για την πολιτισμική παραγωγή
Με αιφνιδιασμό παρακολουθούμε το τελευταίο διάστημα την απόφαση έκδοσης του Π.Δ. 85/2022 και όσα επιχειρούνται για τις ειδικότητες καλλιτεχνών και εργαζομένων στην τέχνη και στον Πολιτισμό. Ανεξάρτητα αν στη στάση και στις ενέργειες του υπουργείου Πολιτισμού αναγνωρίζεται μια διαδοχή ή ένα sequel υποτίμησης του καλλιτεχνικού κλάδου, δεν μπορεί να μην θεωρηθεί τουλάχιστον προκλητική (και) αυτή η εξέλιξη. Σε όσα μπορεί κανείς να προσάψει για τις πρόνοιες που δεν λαμβάνονται για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων στον Πολιτισμό και το τι υλικά θα επιφέρουν τα αντίστοιχα μέτρα στους επαγγελματίες του χώρου, δεν μπορεί να παραγνωριστεί και αυτό που συμβολικά επιδρά στους ανθρώπους που παράγουν και εργάζονται για τον Πολιτισμό.
Κι ενώ δεν μοιάζει να προσλαμβάνεται ως δεδομένο ότι όσοι/ες απασχολούνται στον Πολιτισμό ταυτόχρονα λειτουργούν και γι’ αυτόν και τη συνέχισή του, είναι προσχηματικό να παραβλέπεται ότι με αυτά που επιχειρούνται ταυτόχρονα διαρρηγνύεται (περαιτέρω) αυτός ο συσχετισμός. Καθώς όσα προσβάλλουν την υλική καθημερινότητα των καλλιτεχνών ή της πλειονότητάς τους γραμμικά επιδρούν στην αξιακή τους υπόσταση και θέση, όπως και η ήδη επιβαρυμένη στην Ελλάδα παρουσία τους περιστέλλεται περισσότερο. Στην επίκληση μιας αριστείας, που για την περίοδο διαμορφώνει τις δικές της ιεραρχήσεις, αν όχι και πρότυπα, το τοπίο φαίνεται να αποκτά όλο και πιο ελιτίστικα χαρακτηριστικά, ενόσω όλο και πιο συχνά στερείται ευαισθησία, δημοκρατία και διαφάνεια. Ερώτημα αλλά και διακύβευμα σε συνέχεια του ισχυρισμού αυτού ο βαθμός που μετασχηματίζεται το περιεχόμενο στην πολιτισμική παραγωγή και το ποιες άμυνες θα αναπτυχθούν.
Για την κοινότητα των αρχιτεκτόνων -ή κάποιους/ες από εκείνους/ες που στο πλαίσιο της εναντίωσής τους στον κλειστό διαγωνισμό για την επέκταση του Αρχαιολογικού Μουσείου χαρακτηρίστηκαν «γραφικοί»- οι παραπάνω προκλήσεις είναι ένα κοινό ζήτημα. Ζητούμενο, εκτός από την αυτονόητη συμπαράσταση στις διεκδικήσεις, η συμπόρευση και συνομιλία για την υπεράσπιση ενός πολιτισμού από και προς όλους και όλες.
Ελισάβετ Σολωμού αρχαιολόγος

Ο πολιτισμός προσβάλλεται, η κοινωνία του πολιτισμού αντεπιτίθεται
Μετά από τριάμισι και πλέον χρόνια επιβολής αντιδραστικών και αντικοινωνικών πολιτικών στον Πολιτισμό διαφαίνεται ότι τα μόνα που επιδίωκε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού ήταν τελικά η συρρίκνωση του θεσμικού του ρόλου στη συνείδηση των ανθρώπων και η υποχώρηση του κοινωνικού του ρόλου στη ζωή και στην καθημερινότητά τους. Άλλωστε, η ελλιπέστατη γνώση του πεδίου, η απουσία ενσυναίσθησης και η χαώδης απόσταση μιας «αφ’ υψηλού» ηγεσίας από το πολιτιστικό και κοινωνικό γίγνεσθαι ήταν στοιχεία εμφανή.
Με ακραία αλαζονική συμπεριφορά στον δημόσιο χώρο, υποβάθμισε και απαξίωσε σε πολλές περιπτώσεις όχι μόνο την κληρονομιά της χώρας, αλλά και το έμψυχο δυναμικό, τη ζωντανή κοινότητα του δρώντος πολιτισμού και τα έργα του. Από το ιταμό ύφος προς την οικογένεια Μικρούτσικου και τους μορφασμούς για τον Σταύρο Ξαρχάκο φθάσαμε στον απαράδεκτο χειρισμό της υπόθεσης Λιγνάδη και από την απαξίωση των εργαζομένων στον Πολιτισμό εν μέσω πανδημίας φθάσαμε στις δηλώσεις της υπουργού ότι «εξάντλησε την επιείκειά» της στους καλλιτέχνες. Επόμενο, λοιπόν, ήταν να φθάσουμε και στην εκδικητική υποβάθμιση των σπουδών, των πτυχίων και των εργασιακών τους δικαιωμάτων.
Επιχειρήθηκε, άλλωστε, εξαρχής να επιβληθεί μια βίαιη «αλλαγή παραδείγματος» στον χώρο του Πολιτισμού -και προκλητικά ερήμην του- με ανέμπνευστες και επιθετικές πολιτικές, υπαγορευμένες από κλειστούς κύκλους συμφερόντων. Η αδιαφορία, ωστόσο, για τις συνέπειες των αποφάσεων αυτών στις ζωές των ανθρώπων είναι ακόμη πιο προκλητική. Γιατί προσβάλλει την ατομική τους αξιοπρέπεια και ταυτόχρονα όλα όσα συνθέτουν τον πολιτισμό μας διαχρονικά σε κοινωνικό και συλλογικό επίπεδο. Σε αυτήν ακριβώς την προσβολή ο κόσμος του Πολιτισμού δίνει αυτές τις μέρες τις απαντήσεις του.
Αρης Στυλιανού αν. καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ

Η αξιοπρέπεια των καλλιτεχνών
Ο καλλιτεχνικός κόσμος της χώρας βρίσκεται σε αναβρασμό λόγω του επαίσχυντου Π.Δ. 85/2022 της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Μάλιστα, αποτελεί ιδιαίτερα ατυχή συγκυρία το γεγονός ότι στα εμπλεκόμενα υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού βρίσκονται επικεφαλής δύο γυναίκες που ενσαρκώνουν τον ακραίο συντηρητισμό και την οπισθοδρόμηση. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι του Πολιτισμού απεργούν, διαδηλώνουν, διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Στη μάχη αυτή συστρατεύτηκαν όλα τα σωματεία ηθοποιών, χορευτών, μουσικών, με πρωτοβουλία της ΠΟΘΑ. Οι πανεπιστημιακές Σχολές Καλών Τεχνών συμπαρίστανται, οι καθηγητές του Εθνικού Θεάτρου παραιτούνται. Οι νέοι καλλιτέχνες δίνουν τον τόνο στις κινητοποιήσεις, με πρωτοπόρους τους σπουδαστές των Δραματικών Σχολών του Εθνικού και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Οι καταλήψεις εμβληματικών θεάτρων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη δείχνουν ότι διαμορφώνεται ένα πολιτικοποιημένο και ακηδεμόνευτο κίνημα που πετυχαίνει νίκες. Οι νέοι καλλιτέχνες παλεύουν για τα σπουδαστικά και εργασιακά τους δικαιώματα, αλλά κυρίως απαιτούν σεβασμό της αξιοπρέπειάς τους, η οποία πλήττεται βάναυσα από την κυβερνητική αναλγησία. Σαν να μην έφταναν η εγκατάλειψη των ανθρώπων του Πολιτισμού στη διάρκεια της πανδημίας, τα σκάνδαλα τύπου Λιγνάδη και το κίνημα MeToo, οι τελευταίες κυβερνητικές αποφάσεις έκαναν το ποτήρι να ξεχειλίσει. Όπως οι αυταρχικές ρυθμίσεις των νόμων Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη οδήγησαν στην κατάληψη της Πρυτανείας του ΑΠΘ και στο φιάσκο της «πανεπιστημιακής αστυνομίας», έτσι και σήμερα η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δυναμικό κίνημα αντίστασης στους χώρους του Πολιτισμού.
Η κυβερνητική πολιτική, που απαξιώνει τους καλλιτέχνες και τον Πολιτισμό, θα ηττηθεί. Η νέα γενιά πρωτοστατεί στον δίκαιο αυτό αγώνα και σύντομα θα δικαιωθεί. Είτε η απερχόμενη κυβέρνηση της Ν.Δ. θα αναγκαστεί να υποχωρήσει άμεσα είτε η επερχόμενη προοδευτική κυβέρνηση θα κληθεί να λύσει το πρόβλημα μετά τις εκλογές. Σε κάθε περίπτωση, οι εργάτριες και οι εργάτες της τέχνης έχουν ήδη κερδίσει τη χαμένη τους αξιοπρέπεια και τον σεβασμό όλης της ελληνικής κοινωνίας.

Χρήστος Τριανταφύλλου ιστορικός, διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Οι άνθρωποι του Πολιτισμού ανάμεσα στις συμπληγάδες της εθνικοφροσύνης και της αριστείας
Δεν είμαι σε καμία περίπτωση ειδικός επί του θεάτρου, αλλά οι πρόσφατες εξελίξεις στο συγκεκριμένο ζήτημα υπερβαίνουν, νομίζω, κατά πολύ ένα επαγγελματικό δικαίωμα ή μια θεατρική συζήτηση. Οι προθέσεις της κυβέρνησης απέναντι στους καλλιτέχνες, στους εργαζόμενους στον Πολιτισμό, στους/στις σπουδαστές/τριες των καλλιτεχνικών σχολών, δηλαδή η υποβάθμιση των πτυχίων τους και η εξίσωσή τους με απολυτήριο Λυκείου, εγγράφονται στην ευρύτερη αντίληψή της για το πεδίο του Πολιτισμού. Σε παλαιότερα κείμενά μου είχα χαρακτηρίσει αυτή την αντίληψη «τουριστική ελληνικότητα»: σύμφωνα με αυτήν, η ελληνική Δεξιά, ως φυσική ιδιοκτήτρια του κράτους, θεωρεί πως κατασκευάζει τον κανόνα ενός «Τρισχιλιετούς Ελληνικού Πολιτισμού» με την ιδέα ότι μόνο η ίδια μπορεί να υποδεικνύει τι έχει αξία.
Αυτό συμπλέχθηκε έντονα με την αυταρχική πολιτική της περιόδου της πανδημίας, όταν το 2020 η υπουργός Πολιτισμού υποδείκνυε ποιος τάφος στις Μυκήνες είναι άξιος να σωθεί από τη φωτιά και έσβηνε στο Twitter τα σχόλια όσων διαφωνούσαν, ή όταν, λίγο αργότερα, προβαλλόταν στην πρόσοψη της Βουλής εκείνη η σειρά των σημαντικών στιγμιότυπων του εθνικού παρελθόντος, με κατάληξη μια τεράστια εικόνα της Παναγίας. Αυτή η αντίληψη συμπληρώνεται από την εμμονή στις πλασματικές έννοιες της «παραγωγικότητας» και της «αριστείας», σύμφωνα με τις οποίες οι άνθρωποι του Πολιτισμού δεν επιτελούν ένα ωφέλιμο έργο, αλλά η εργασία τους είναι κάτι σαν χόμπι. Έτσι, μια παρωχημένη ιδέα για την τέχνη ως «εθνικό ιδεώδες» και μια σύγχρονη φερόμενη ως φιλελεύθερη ποσοτικοποίηση των πάντων συνδυάζονται αρμονικά, με αποτέλεσμα την υποτίμηση και την πάταξη οποιασδήποτε διαφορετικής αντίληψης για τον Πολιτισμό.
