Την τελευταία εβδομάδα γίναμε μάρτυρες της κλιμάκωσης του αγώνα των καλλιτεχνών απέναντι στη βεντέτα που άνοιξαν εναντίον τους η ηγεσία του ΥΠΠΟΑ και η κυβέρνηση. Οι καταλήψεις στο Κτήριο Τσίλλερ, στο Rex, στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, στο Βασιλικό Θέατρο του ΚΘΒΕ, στο Θέατρο «Απόλλων» στην Πάτρα, σε καλλιτεχνικά σχολεία πολλαπλασιάστηκαν, ενώ σε μια κίνηση πρωτοφανούς στήριξης και αλληλεγγύης οι διδάσκοντες και οι διδάσκουσες των δύο πιο σημαντικών δημόσιων ιδρυμάτων διδασκαλίας παραστατικών τεχνών, του Εθνικού Θεάτρου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, παραιτήθηκαν από τις θέσεις τους, στηρίζοντας τον δίκαιο αγώνα των σπουδαστών και των συναδέλφων τους, μην έχοντας λάβει επαρκείς διαβεβαιώσεις από την ηγεσία του υπουργείου για τον τρόπο με τον οποίο θα λυθεί το πρόβλημα που το ίδιο δημιούργησε. Η ανακοίνωση της διοίκησης και της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού Θεάτρου αφήνουν έκθετη την κυβέρνηση.
Είναι γεγονός πως, παρά τις κατά καιρούς (μεμονωμένα) καλές προθέσεις, καμιά πολιτειακή ηγεσία δεν κάθισε επί ίσοις όροις να συζητήσει τα προβλήματα του Πολιτισμού με τους ανθρώπους του. Είναι γεγονός, επίσης, πως και η στάση των ανθρώπων του Πολιτισμού, συλλογικά, στα μεγάλα διλήμματα του παρελθόντος δεν ήταν πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Απέχουν, όμως, παρασάγγας αυτές οι διαπιστώσεις για το τι συνέβαινε μέχρι πρόσφατα από την ολομέτωπη επίθεση που βιώνει ο καλλιτεχνικός κόσμος από το υπουργείο Πολιτισμού και τη σημερινή κυβέρνηση.
Μια κυβέρνηση, η οποία εξελέγη το 2019 έχοντας στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της την αποικιοποίηση και τον έλεγχο του Πολιτισμού από τα ιδιωτικά ιδρύματα. Θέλω να πω και να είναι ξεκάθαρο πως όσα συμβαίνουν είναι στρατηγική ιδεολογική επιλογή της. Ή μάλλον ξεκίνησε ως τέτοια, μα έγινε ή σκοπεύει να γίνει και παραδειγματική τιμωρία απέναντι σε όσους και όσες αγωνίζονται. Και σε αυτό συνέβαλαν δύο γεγονότα. Από τη μια, η πανδημία και, από την άλλη, η εγκληματική δράση του Λιγνάδη (και οι σχέσεις του τελευταίου με την πολιτειακή ηγεσία) δημιούργησαν ένα καλλιτεχνικό μέτωπο που αποζητούσε κρατική παρέμβαση για την επιβίωση των καλλιτεχνών αλλά και δικαιοσύνη, εκθέτοντας την κυβέρνηση εντός και εκτός συνόρων και αποδομώντας διπλά το αφήγημα περί αριστείας.
Ο ρεβανσισμός έκανε την εμφάνισή του με τη μορφή Προεδρικού Διατάγματος που εξισώνει τους αποφοίτους των σχολών παραστατικών τεχνών με πτυχιούχους Λυκείου, απαξιώνοντας τις σπουδές τους, στερώντας τους μισθολογικά και επαγγελματικά δικαιώματα, τιμωρώντας τη δράση και τις προσπάθειες συνδικαλισμού τους. Είναι βαθιά συμβολικό να βρίσκεται απέναντι σε μια κυβέρνηση σύσσωμος ο κόσμος του Πολιτισμού της χώρας, αλλά είναι εξίσου συμβολικό και μια κυβέρνηση να βρίσκεται απέναντι στον Πολιτισμό, δεν νομίζετε;
Καμιά αλλαγή δεν μπορεί να συμβεί χωρίς να αλλάξεις την κουλτούρα. Αυτό το ξέρουν καλά οι νεοφιλελεύθεροι κυβερνώντες. Αυτό, όμως, το ξέρει πια και ο κόσμος της τέχνης, ο από τα κάτω κόσμος, που μέσα σε αυτή την εποχή του ατομισμού και της μοναξιάς ψάχνει να βρει απαντήσεις που ξεπερνούν ένα πρόβλημα το οποίο κάποιοι θέλουν να παρουσιάζουν ως συντεχνιακό. Αυτός ο αγώνας μπορεί να γίνει η αφορμή να συνομιλήσουν ευρύτερα οι άνθρωποι για τις ζωές που ζουν αλλά και για εκείνες που θα ήθελαν να ζουν.
Ενα από τα συνθήματα της καλλιτεχνικής απεργίας της Τετάρτης ήταν «εις τον αφρό, εις τον αφρό της θάλασσας, η υπουργός, η υπουργός κοιμάται, παρακαλώ σας κύματα στον πάτο να την πάτε». Και αυτήν, αλλά και οποιονδήποτε διανοηθεί στο μέλλον να επιτεθεί σε συλλογικά κατακτημένα δικαιώματα. Το συλλογικό επιστρέφει, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι, και οι απαντήσεις του αναμένονται ηχηρές.
* Ο Δημήτρης Γκιούλος είναι συγγραφέας, μεταφραστής
