Θα έλεγα συνοπτικά για τον λόγιο Κωνσταντινουπολίτη, γελοιογράφο, εικαστικό, θεατρικό συγγραφέα και πολλά άλλα, τον γνωστό μας Μποστ, ότι το θέατρό του προεκτείνει και διαχέει τη σοβαρή λογιοσύνη του 19ου αιώνα -που όμως διατηρούσε την ικανότητα να σαρκάζει τον εαυτό της- μέσα στη σοβαροφανή εποχή μας, που έχει πια χάσει αυτή την ικανότητα. Επειδή η γελοιογραφία, κοινωνική και πολιτική, δεν είναι μόνο μια τέχνη του αστείου, αλλά επίσης ένα σοβαρό εργαλείο που ξεμπροστιάζει τα κουσούρια της κοινωνίας και της πολιτικής.
Τι γίνεται όμως όταν η κοινωνία και η πολιτική έχουν γίνει από μόνες τους γελοιογραφίες; Πώς να αντιδράσει τότε η γελοιογραφία; Να… σοβαρευτεί και να χάσει τον εαυτό της; Ή να επινοήσει άλλους τρόπους, π.χ. να σκάψει ένα λαγούμι κάτω από το σοβαροφανές και να το ανατινάξει;
Αυτή είναι η οικεία μέθοδος του Μποστ. Πίσω από τον σατιρικό κρύβεται ένας σοβαρός ζωγράφος, συγγραφέας και στιχουργός που «κάνει θέατρο» (γελοιοποιεί σύμφωνα με τη λαϊκή έκφραση) μια ξεδιάντροπη και ξεπουλημένη ηγετική κάστα, ανατινάζοντας τα ψεύδη της που στοίχειωσαν και μας κυνηγούν με κοντά ποδάρια, σαν κωμικός εφιάλτης.
Αυτός είναι ο Μποστ. Ένας «δικός μας» λαϊκός παραμυθάς και λαϊκός αγιογράφος, που αρνείται κατηγορηματικά τον δυτικό κανόνα της προοπτικής στις εικόνες-γραφές του. Πίσω από το προσωπείο τού εικονοκλάστη κρύβεται ένας αριστοκράτης του πνεύματος, που βρέθηκε ξαφνικά σε μια λεηλατημένη χώρα, υποχρεωτικής, διά νόμου, διολίσθησης των πάντων προς τα κάτω. Και αντιδρά βγάζοντας θυμωμένος τη γλώσσα στα ποικίλα «ξόανα, επίσημα και σοβαροφανή». Τέτοιο είναι το θέατρο του Μποστ: ένα παραμορφωτικό κάτοπτρο της στρεβλής νεοελληνικής ζωής και παράδοσης, σε ύφος «έκθεσης ιδεών» αριστούχου (!) μαθητή της δεκαετίας 1950-1960! Όπου ο συγγραφέας παρακάμπτει το κυρίαρχο ιδεώδες… της γενικής βλακείας για να βγει στις πλάτες του μοντέλου της «μιλημένης» αστικής γλώσσας, αυτής δηλαδή που μπορεί να αρθρώνει τα πάντα χωρίς να λέει απολύτως τίποτε. Για να το πούμε αλλιώς, της ξύλινης γλώσσας των φασουλήδων τής κατεστημένης πολιτικής και της «επίσημης» κουλτούρας.
Τέτοιο έργο, προφητικό, είναι και η «Φαύστα» του Μποστ: ένας πανηγυριώτικος γλωσσικός «αχταρμάς» στα όρια του υπερρεαλισμού, που, όμως, μπορεί να οργανωθεί και να παρασταθεί με κοινό παρονομαστή τον ρυθμό του δεκαπεντασύλλαβου. Χρειάζεται γι’ αυτό να τηρηθεί μια «απόσταση ασφαλείας» ανάμεσα στις λέξεις και στα πράγματα, ανάμεσα στον θερμό λόγο και στην ψυχρή εκφορά του, με κίνηση ανάλογη. Χρειάζονται και ρόλοι σαν κομμένοι από χαρτί, που αφήνουν πίσω τους ένα ζωντανό κενό.
Ολες αυτές τις προϋποθέσεις τήρησε ζηλωτικά η παράσταση που σκηνοθέτησε, σε διασκευή δική του, στον πρώην βιομηχανικό χώρο του Βοτανικού ΠΛΥΦΑ, ο Βασίλης Καλφάκης. Η παράσταση διέθετε κάτι ακόμη: την έξοχη, ποικίλη, αλλά συντονισμένη και συγκλίνουσα «μαγικά» σε κεντρικό πυρήνα πολυσυλλεκτική μουσική του χαμηλότονου, χαρισματικού Ανρί Κεργκομάρ, που ήταν, μαζί με την επίσης έξοχη, υποδειγματική κίνηση της Σάντρας Λειβαδάρα η ψυχή της παράστασης, μια κυριολεκτική συν-σκηνοθεσία. Ένας Μποστ ευφρόσυνος, άδων και ορχούμενος, τέρψη οφθαλμών και ώτων, από μια οκταμελή συντονισμένη ομάδα νέων παιδιών (Θεοδώρα Γεωργακοπούλου, Πέλια Γιαννουλάτου, Ελένη Ζουρελίδου, Γιάννης Ιωάννου, Άρης Καλλέργης, Χριστιάνα Λαδοπούλου, Σάντρα Λειβαδάρα, Ιωάννα Τρικενέ) σε παίζοντα, «ζωντανά», ευρηματικά σκηνικά-κοστούμια της Ερμίνας Αποστολάκη. Η καλύτερη έως τώρα παράσταση της «Φαύστας» που έχω δει και μπράβο τους. Έχει μέλλον το θέατρό μας.