Live τώρα    
«The Bible» / Το κατά Lambchop ευαγγέλιο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«The Bible» / Το κατά Lambchop ευαγγέλιο

132412820a.jpg

Οι Lambchop έχουν περιγραφεί ως «η πιο σταθερή στο υψηλό επίπεδό της και αξιόπιστη από όλες τις αμερικανικές μπάντες που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του ’90». Έχουν, όμως, επίσης περιγραφεί ως «η πιο “διεστραμμένη” country μπάντα όλων των εποχών». Κάπου ανάμεσα σε αυτούς τους δύο χαρακτηρισμούς βρίσκεται η αλήθεια για ένα συγκρότημα μοναδικό όχι μόνο για τα αμερικανικά, αλλά και για τα διεθνή δεδομένα της σύγχρονης μουσικής.

Όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, τα πάντα είναι υπόθεση ενός και μόνον ανθρώπου. Επί της ουσίας οι Lambchop είναι ο Kurt Wagner, ιδρυτής του γκρουπ, συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής όλων των τραγουδιών τους, και ο μόνος που έχει παραμείνει σταθερός από το ξεκίνημά τους μέχρι σήμερα. Γύρω του εναλλάσσεται ένας μεταβλητός αριθμός μουσικών, με το πιο συνηθισμένο να είναι έντεκα μαζί με τον ίδιο, που άλλοι παραμένουν λιγότερο και άλλοι περισσότερο, και με συνολικά περισσότερους από τριάντα (!) να έχουν διατελέσει μέχρι στιγμής μέλη των Lambchop.

Ο πενηντατριάχρονος πλέον Kurt Wagner γεννήθηκε από γονείς που προέρχονταν από τις βόρειες Πολιτείες στο Νάσβιλ του Τενεσί, στην καρδιά του λεγόμενου Midwest, μια από τις πιο συντηρητικές από κάθε πλευρά περιοχές των ΗΠΑ και «κάστρο» των Ρεπουμπλικανών. Ακριβώς γι’ αυτό ξεχώριζε ακόμα περισσότερο ανάμεσα στους συνομηλίκους του στο καλλιτεχνικό σχολείο όπου φοίτησε για τα πολύ μακριά μαλλιά του. Βιοποριζόταν ως ξυλουργός, συγκεκριμένα τοποθετούσε ξύλινα πατώματα, τόσο πριν οι Lambchop γνωρίσουν επιτυχία όσο και για αρκετά μεγάλο διάστημα μετά. Είναι παντρεμένος με τη Mary Mancini, ιδιοκτήτρια ενός από τα μεγαλύτερα και γνωστότερα δισκοπωλεία του Νάσβιλ αλλά κα πολιτική ακτιβίστρια και δεύτερη μόλις γυναίκα πρόεδρο των Δημοκρατικών του Τενεσί, που ήδη έχει προσπαθήσει μια φορά να είναι υποψήφια για τη Γερουσία αλλά δεν πήρε το χρίσμα στις τοπικές εσωκομματικές εκλογές. Το γεγονός αυτό δεν είναι συμπτωματικό γιατί πολλά τραγούδια των Lambchop έχουν μια περισσότερο ή λιγότερο πολιτική διάσταση, αλλά με έναν υπόρρητο, κρυπτικό τρόπο.

Υπονομεύοντας την country εκ των έσω

Το Νάσβιλ είναι βέβαια η «πρωτεύουσα» της country & western και έτσι ήταν απόλυτα φυσικό το συγκρότημα που σχημάτισε -με αρχικά άλλο όνομα- στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80 ο Kurt Wagner να ασχοληθεί με αυτό το ιδίωμα. Με την κυκλοφορία του πρώτου album τους «I hope you ’re sitting down (aka Jack’s Tulips)» το 1994 οι Lambchop έδειξαν ότι ανήκαν στην alt country, μια τάση ανανέωσης του ιδιώματος με την προσθήκη πολλών rock στοιχείων. Σύντομα, όμως, φάνηκε ότι ο χαρακτηρισμός alt country ήταν πολύ περιοριστικός για τους Lambchop, καθώς ο Wagner άρχισε να ενσωματώνει στη μουσική τους στοιχεία και από την soul, την gospel, την jazz, εντέλει ακόμα και από την avant garde, και αντίστοιχα να χρησιμοποιεί και πολλά άλλα είδη keyboards, εκτός από το πιάνο, αλλά κα πνευστών, μια κατηγορία οργάνων που, αν εξαιρέσουμε τη φυσαρμόνικα, δεν υπάρχει ποτέ στην country.

Κακά τα ψέματα όμως, αυτό που πριν και πάνω από όλα διαφοροποιούσε τους Lambchop από όλα τα ομοειδή τους ονόματα ήταν ο πολύ ιδιαίτερος τρόπος που γράφει τη μουσική των τραγουδιών τους, οι συχνά εντελώς σουρεαλιστικοί στίχοι του, οι οποίοι όμως αντλούν τη θεματολογία τους από την πραγματικότητα και την καθημερινότητα, η βαθιά, βαρύτονη φωνή του και η πολύ χαρακτηριστική, αποστασιοποιημένη αλλά και «υπόγεια» πάντα μελαγχολική ερμηνεία του. Ακολουθώντας μια σταδιακή αλλά συνεχή εξέλιξη, το πρώτο αριστούργημα των Lambchop ήταν ο πέμπτος δίσκος τους «Nixon» του 2000, που είχε ως πηγή έμπνευσης τη ζωή και τις πράξεις του Ρίτσαρντ Νίξον, του μοναδικού Προέδρου των ΗΠΑ ο οποίος παραιτήθηκε από το αξίωμά του (λόγω του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ), χωρίς όμως αξιοσημείωτα αυτός να αναφέρεται ή να υπάρχει καμία ανάλογη παραπομπή στους στίχους. Όμως και το «Is a woman» που ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα ήταν ελάχιστα κατώτερο.

Στη συνέχεια ο Wagner άρχισε να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για τα ηλεκτρονικά όργανα και να εισάγει στοιχεία της electronica στη μουσική των Lambchop. Το ’15 μάλιστα σχημάτισε μαζί με άλλα δύο μέλη των Lambchop τους HeCTA, ένα σχεδόν αμιγώς electronica γκρουπ, που έχει κυκλοφορήσει δύο δίσκους μέχρι τώρα. Όπως ήταν επόμενο, το ηλεκτρονικό στοιχείο ήταν πιο έντονο από ποτέ στα albums αυτής της περιόδου, ώσπου επέστρεψαν στον ήχο των ηλεκτρικών κα ακουστικών οργάνων το ’20.

Η απώλεια ως αναστοχασμός της ύπαρξης

Ο δέκατος έκτος δίσκος των Lambchop «The Bible», που κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες, δημιουργήθηκε κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες για τον Kurt Wagner. Μέσα στην πολύ δυσμενή συγκυρία της πανδημίας έπρεπε να φροντίζει τον πατέρα του που είχε πολλαπλά προβλήματα υγείας και εντέλει πέθανε. Γι’ αυτό έκανε κάτι που δεν έχει ξανακάνει ποτέ στη διαδρομή των Lambchop, απευθύνθηκε, δηλαδή, σε έναν μουσικό εκτός γκρουπ ο οποίος είχε συμμετάσχει στον προηγούμενο δίσκο τους, στον πιανίστα, συνθέτη και παραγωγό Andrew Broder και, αφού του είπε μερικές από τις βασικές στιχουργικές ιδέες του, του ανέθεσε να γράψει κάποια σχήματα και μελωδίες στο πιάνο με βάση αυτές. Πάνω σε αυτά τα προσχέδια έγραψε την τελική μορφή των στίχων και τραγούδησε, και στη συνέχεια ο Broder και ο συνεργάτης του ανέλαβαν να ολοκληρώσουν την ηχογράφηση και την παραγωγή στο στούντιό τους στη Μινεάπολη, φυσικά με την εκ του μακρόθεν επίβλεψη και τις οδηγίες του Wagner.

Αν και διατηρούν το ιδιοσυγκρασιακό και σουρεαλιστικό ύφος τους, εύκολα μπορείς να διακρίνεις μέσα στους στίχους τι απασχολούσε τον Wagner εκείνο το διάστημα, η θλίψη του για τον επερχόμενο θάνατο του πατέρα του, η καθόλου νοσηρή περιέργειά του γι’ αυτό το καθοριστικό για τον άνθρωπο γεγονός και, διαμέσου αυτών, τελικά η συμφιλίωσή του με τη δική του φθαρτότητα. Το «The Bible» αναμφίβολα είναι ο δίσκος των Lambchop στον οποίο τα soul και funk στοιχεία έρχονται πρώτη φορά τόσο πολύ στο προσκήνιο, με κάποια από τα δέκα τραγούδια του να είναι αμιγώς soul. Αν σε παλαιότερους δίσκους του γκρουπ είχε συμμετάσχει ένα δίδυμο της electronica από το Νάσβιλ, στον προηγούμενο ήταν η σειρά ενός DJ ο οποίος είναι παρών και σε αυτόν, προσθέτοντας σε αρκετά σημεία χορευτικούς ρυθμούς. Ο Kurt Wagner αντιμετώπισε πρώτη φορά από τόσο κοντά τον θάνατο και η ελεγεία του γι’ αυτόν μετατράπηκε εντελώς αυθόρμητα -κάποιες φορές και μέσα στο ίδιο τραγούδι- σε έναν, έστω και θλιμμένο, δοξαστικό παιάνα για τη ζωή, την ομορφιά αλλά και τη δύναμή της. Το αποτέλεσμα είναι όχι απλώς ένας υπέροχος δίσκος, αλλά ακόμα ένα μικρό αριστούργημα από τους Lambchop.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0