Ξεκίνησε ως μέλος των συγκροτημάτων των Gato Barbieri και του Αμερικανού σαξοφωνίστα Steve Lacy, από το 1967 μέχρι το 1972 μετοίκισε στη Νέα Υόρκη και όταν επέστρεψε στην Ιταλία σχημάτισε το δικό του γκρουπ. Έχει συνεργαστεί με πολλά κορυφαία ονόματα της διεθνούς jazz, όπως οι Gil Evans, Joe Henderson, Pat Metheny, Cecil Taylor, Miroslav Vitouš, Carla Bley, Paul Motian, Eberhard Weber και ο ομοεθνής του, επίσης τρομπετίστας, Paolo Fresu. Θεωρείται ο «πατέρας» της σημερινής ιταλικής jazz σκηνής, καθώς στο γκρουπ του έχουν «μαθητεύσει» αρκετοί από τους καλύτερους μουσικούς της νεότερης γενιάς. Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε (από την έγκριτη γερμανική jazz εταιρεία ECM, όπως και οι περισσότερες προσωπικές εργασίες του) το άλμπουμ «The song is you», μια συνεργασία του με τον εξαίρετο Αμερικανό πιανίστα Fred Hersch, της οποίας περιεχόμενο είναι μια σειρά θαυμάσιων επανεκτελέσεων κλασικών jazz standards όπως το ομότιτλο και ήταν η αφορμή για αυτή τη συνέντευξη.
Πώς γνωριστήκατε με τον Fred Hersch και αποφασίσατε να συνεργαστείτε για πρώτη φορά δισκογραφικά;
Η αλήθεια είναι ότι ήταν ιδέα των μάνατζέρ μας. Γνωρίζαμε βέβαια ο ένας το έργο του άλλου και το εκτιμούσαμε, αλλά ήταν οι μάνατζέρ μας που σκέφτηκαν να μας φέρουν σε επαφή. Έτσι γνωριστήκαμε, παίξαμε μαζί και σχεδόν από την πρώτη στιγμή διαπιστώσαμε την πολύ καλή μουσική χημεία μας. Το να προχωρήσουμε λοιπόν στην ηχογράφηση του δίσκου ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη που ήρθε από μόνη της.
Σίγουρα έχετε παίξει και οι δύο δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες φορές αυτά τα κλασικά για την jazz κομμάτια. Τι βρήκατε λοιπόν σ’ αυτά τα στάνταρ που σας έκανε να θέλετε να τα ξαναπαίξετε μαζί;
Πριν απ’ όλα, είναι πολύ καλά κομμάτια, υψηλής μουσικής αξίας και με πολύ όμορφες μελωδίες και γι’ αυτό άλλωστε έγιναν κλασικά. Πέρα από αυτό, γενικά στη μουσική και στην jazz περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ιδίωμα σημασία, δεν έχει τόσο τι παίζεις, αλλά πώς το παίζεις. Πρόκειται για κομμάτια που όχι μόνο εμείς οι δύο, αλλά κάθε jazz μουσικός έχει παίξει πάρα πολλές φορές, αλλά κάθε φορά είναι διαφορετική από την προηγούμενη και την επόμενη ή τουλάχιστον έτσι πρέπει να είναι. Στη δική μας περίπτωση, με τον Fred δώσαμε πολύ μεγάλη έμφαση σε λεπτομέρειες των μελωδιών και επίσης είναι και ο τρόπος που αυτοσχεδιάζουμε πάνω σ’ αυτές. Χωρίς να θέλω καθόλου να περιαυτολογήσω, πιστεύω ότι κάποια από αυτά τα κομμάτια, όπως το ομότιτλο, τα παίζουμε με τρόπο που δεν έχουν ακουστεί ποτέ έως τώρα.
Προτιμάτε, αλήθεια, να παίζετε δικές σας συνθέσεις ή να εργάζεστε πάνω σε παλιότερο και δοσμένο υλικό;
Οσο κι αν φαίνεται παράξενο, είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα, δύο εντελώς διαφορετικές διαδικασίες. Με το δικό μου γκρουπ σχεδόν πάντα ξεκινώ με δικές μου συνθέσεις, στις οποίες βέβαια προσθέτουν και οι υπόλοιποι, κι αυτό συμβαίνει συνήθως και στις συνεργασίες μου με άλλους. Υπάρχουν όμως και φορές που όταν αρχίζεις να παίζεις με κάποιον ή κάποιους άλλους, αυθόρμητα ένας παίζει την εισαγωγή ενός κομματιού το οποίο είναι γνωστό σε όλους ή και περιπτώσεις όπως αυτό το άλμπουμ που από την αρχή είχαμε πει και συμφωνήσει ότι θα εργαστούμε πάνω σε ένα συγκεκριμένο παλιότερο υλικό, αν και υπάρχει από μια σύνθεση καθενός μας και επίσης ένα κοινό μας αυτοσχεδιαστικό κομμάτι, στο ίδιο ύφος με τα υπόλοιπα βέβαια. Είναι θεμελιώδες μέρος της παράδοσης της jazz αυτό, κάποια κομμάτια που όλοι τα παίζουμε και κάθε γενιά μουσικών τα παραδίδει υπό μια έννοια στην επόμενη, η οποία με τη σειρά της τα αλλάζει λίγο και προσθέτει τα δικά της στοιχεία.
Επειδή τον αναφέρατε, αυτοσχεδιασμός χωρίς jazz μπορεί βέβαια να υπάρξει, αλλά μπορεί να υπάρξει jazz δίχως αυτοσχεδιασμό; Και πόσο σημαντικός είναι για εσάς ως προς το κάνετε και να παίζετε μουσική;
Από τότε που υπάρχει μουσική υπάρχει και αυτοσχεδιασμός, τον βρίσκουμε σε όλα τα ιδιώματα, ακόμα και στην κλασική. Στην jazz όμως είναι δομικό στοιχείο. Ο τρόπος που αναπτύσσεται η jazz ήταν και είναι σύμφυτος με τον αυτοσχεδιασμό. Φυσικά, είναι πάρα πολύ σημαντικός και για εμένα, αλλά πάντα θεωρούσα τον αυτοσχεδιασμό ένα μέσο και όχι αυτοσκοπό. Όταν δηλαδή αρχίζεις να αυτοσχεδιάζεις, πρέπει, διατηρώντας πάντα την ελευθερία σου, να έχεις κατά νου ότι είναι ένας δρόμος, κάπου θέλεις να πας, το πώς θα μεταβείς εκεί αλλά και το πώς θα επιστρέψεις στο σημείο από το οποίο ξεκίνησες.
Το μελωδικό στοιχείο είναι έμφυτο για εσάς, σας προκύπτει αυθόρμητα, έτσι δεν είναι;
Είναι αλήθεια ότι, ακόμα κι όταν έπαιζα όχι απλώς ελεύθερο, αλλά ριζοσπαστικό αυτοσχεδιασμό τη δεκαετία του 1960, λειτουργούσα, ίσως κα υποσυνείδητα, εντός ενός μελωδικού πλαισίου, έστω κι αν μόνο ο ίδιος το αντιλαμβανόμουν έτσι. Από τη στιγμή που σχημάτισα δικό μου γκρουπ, αυτό άρχισε να βγαίνει πιο έντονα στο παίξιμό μου. Πιστεύω ότι ένα στοιχειώδες έστω μελωδικό πλαίσιο είναι απαραίτητο τόσο για τον μουσικό όσο και για το ακροατήριο, βοηθά αμφότερους να επικοινωνούν καλύτερα.
Σας ενδιέφερε ποτέ να παίξετε και άλλα πράγματα, άλλα ιδιώματα εκτός από jazz;
Φυσικά και με ενδιέφερε, γιατί μου αρέσουν και άλλα πράγματα και αναπόφευκτα έχω επηρεαστεί από αυτά, όπως για παράδειγμα το ιταλικό τραγούδι και η ιταλική παραδοσιακή μουσική. Έχω παίξει αρκετά πράγματα που δεν ήταν η jazz, η οποία συνήθως παίζω, Dixieland, παραδοσιακή ιταλική μουσική, έχω κάνει ακόμα και έναν δίσκο στον οποίο παίζω την όπερα «Carmen» του Μπιζέ. Αυτό που έχει σημασία για εμένα είναι ότι πάντα ήμουν και είμαι ο εαυτός μου, τον αναγνωρίζω μέσα σε οτιδήποτε έχω παίξει. Είναι το στοιχείο που χαρακτηρίζει τους μεγάλους τρομπετίστες που εκτιμώ και έχω διδαχθεί από αυτούς, τον Louis Armstrong και βέβαια τον Miles Davis. Μπορεί να έπαιζε διαφορετικά πράγματα, να ωρίμαζε και να εξελισσόταν στο πέρασμα του χρόνου, αλλά πάντα καταλάβαινες ότι ο Miles ήταν ο… Miles!
Τι έχετε να πείτε για το ότι σας αποκαλούν «πατέρα της ιταλικής jazz σκηνής» και μέντορα των νέων Ιταλών μουσικών του ιδιώματος;
Νομίζω πως είναι υπερβολή. Απλώς έκανα πρώτος και πριν από οποιονδήποτε άλλον αρκετά πράγματα. Ήμουν ο πρώτος που βγήκα περιοδεία εκτός Ιταλίας και έπαιξε με μουσικούς από άλλες χώρες, ο πρώτος που μετοίκισε στην Αμερική και ο πρώτος που βγήκε εκτός των ορίων της jazz. Αυτό νομίζω πως άνοιξε δρόμους και για άλλους στη συνέχεια.
Θέλετε όμως και σας αρέσει να παίζετε με νέους μουσικούς, έτσι δεν είναι;
Ναι, πάρα πολύ, γιατί με ανανεώνει και εμένα, το πώς παίζω και το πώς αντιλαμβάνομαι τη μουσική. Πρόσφατα, για παράδειγμα, πραγματοποίησα μια σειρά συναυλιών με ένα τρίο που ένα από τα άλλα μέλη του είναι ο Matthew Herbert (σ.σ.: Άγγλος μουσικός της electronica, που είναι γνωστός ως Herbert αλλά και με αρκετά ψευδώνυμα). Η επεξεργασία που έκανε στο παίξιμό μου με τα ηλεκτρονικά του μου επέτρεψε να ακούσω τον εαυτό μου έτσι έτσι όπως δεν τον είχα ξανακούσει ποτέ κι αυτό βέβαια μου έδωσε ερεθίσματα και ιδέες για να προσθέσω νέα πράγματα πάνω σ’ αυτό που άκουσα.
Παρατήρησα ότι στον δίσκο αυτό παίζετε φλικόρνο. Προτιμάτε αυτό ή την τρομπέτα;
Η τρομπέτα είναι πιο εκφραστική ως όργανο, αλλά αντίστοιχα απαιτεί περισσότερη σωματική προσπάθεια για να παράγεις τον ήχο που θέλεις και έτσι όπως τον θέλεις. Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη άποψη. Ο Chet Baker, ας πούμε, μου έλεγε ότι έβρισκε το φλικόρνο πολύ πιο δύσκολο. Για εμένα πάντως το φλικόρνο απαιτεί λιγότερη προσπάθεια και έτσι, τώρα που οι σωματικές αντοχές μου έχουν μειωθεί, τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια χρησιμοποιώ κυρίως αυτό.
Θα κάνετε περιοδεία μαζί με τον Fred Hersch και με το υλικό αυτού του δίσκου;
Είμαι πια 83 ετών, ανήκω δηλαδή σε ομάδα υψηλού κινδύνου όσον αφορά τον κορωνοϊό. Έτσι, από τότε που ξεκίνησε η πανδημία, έχω σταματήσει να χρησιμοποιώ Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, τρένα, αεροπλάνα, ακόμα και πλοία, και μετακινούμαι μόνο όπου μπορώ να πάω με το αυτοκίνητό μου. Πρόσφατα, για παράδειγμα, ακύρωσα μια συναυλία γι’ αυτόν τον λόγο. Πέρα από τις άλλες συνέπειές της, είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει με την πανδημία στους μουσικούς. Εγώ δεν έχω ανάγκη πια να εργάζομαι για να επιβιώσω. Παίζω επειδή το θέλω και μου αρέσει, αλλά η σκέψη μου είναι στους νέους μουσικούς. Πώς θα ζήσουν όταν κάποιοι/ες έχουν περισσότερα από δύο χρόνια που δεν έχουν παίξει πουθενά; Ισχύει επίσης και για το κοινό που έχει στερηθεί μια συναυλία, μια θεατρική παράσταση και πολλά ακόμα πράγματα. Τον πολιτισμό, τον οποίο επιζητεί μα και τον χρειάζεται. Τι να πω, αυτή η πανδημία εμφανίστηκε ξαφνικά και σε πολύ σύντομο χρόνο έγινε το μεγαλύτερο και σοβαρότερο πρόβλημα της εποχής μας. Το χειρότερο είναι ότι κάθε λίγο ακούμε ότι τελείωσε, καταπολεμήθηκε, αλλά επιστρέφει με μια άλλη μορφή. Ελπίζω αυτός ο χειμώνας να είναι ο τελευταίος δύσκολος, τα πράγματα να αρχίσουν επιτέλους να επανέρχονται στην ομαλότητά τους και τότε φυσικά θα θέλαμε με τον Fred να κάνουμε μια περιοδεία με το «The song is you» και -γιατί όχι;- να έρθουμε και στην Ελλάδα.
Και ποιο είναι το μέλλον για τον Enrico Rava;
Δεν έχω κανένα παράπονο, είμαι πλήρης από κάθε πλευρά. Έτσι, το μόνο που εύχομαι είναι να έχω κάποια χρόνια ζωής ακόμα και να είμαι υγιής ώστε να μπορώ να παίζω μέχρι την τελευταία στιγμή. Τίποτα άλλο…
Εύχομαι κι εγώ σ’ αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο και μουσικό η τόσο απλή και ανθρώπινη επιθυμία του να πραγματοποιηθεί και να έχει πολλά χρόνια ακόμα μπροστά του, για να έχουμε κι εμείς την ευκαιρία να τους απολαύσουμε μαζί με τον Fred Hersch να παίζουν τα swing και bebop κομμάτια και τις μπαλάντες του υπέροχου «The Song Is You».