Αστράφτει και βροντάει ο συνήγορος του Δημήτρη Λιγνάδη εναντίον των καλλιτεχνών και δημοσιογράφων που τόλμησαν να συνυπογράψουν κείμενο που αντικρούει την υπερασπιστική γραμμή του και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου από τα «ομοφοβικά» και «σεξιστικά» επιχειρήματα που χρησιμοποιεί.
Άστραψε και βρόντηξε εναντίον της καλλιτεχνικής κοινότητας και της δημοσιογραφίας όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες 434 υπογραφές. Στράφηκε προς την ΕΣΗΕΑ όταν σε μόλις μία μέρα οι υπογραφές ανέβηκαν στις 750. Τώρα που οι συνυπογράφοντες ξεπερνούν τους 1.000, τι, άραγε, θα σκαρφιστεί;
Όλο αυτό το διάστημα μίλησε για «κύκλωμα δημοσιογράφων», για «σκευωρούς» και «συνωμοσία», έδωσε στη δημοσιότητα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μαρτύρων κατηγορίας για να πλήξει την ηθική τους, επιστράτευσε επιστήθια φίλη τού κατηγορούμενου που έχει διατελέσει υπουργός στο παρελθόν να τον υπερασπιστεί καταθέτοντας ότι τα θύματα και οι μηνυτές είναι «περίεργες προσωπικότητες», χυδαιολόγησε εναντίον ακόμα και για τους Χατζιδάκι και Κουν, επιχείρησε ακόμα και να πολιτικοποιήσει τη δίκη.
Αλήστου μνήμης οι αναφορές του περί στοχοποίησης της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη από «επιχειρηματικά συμφέροντα που εμπλέκονται με την ανάπλαση στο Ελληνικό» αλλά και της κυβέρνησης από «επιχειρηματικούς ομίλους».
Μόνο που η δίκη Λιγνάδη δεν είναι πολιτική. Ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, κορυφαίου πολιτιστικού οργανισμού της χώρας, δεν βρίσκεται στο εδώλιο κατηγορουμένου για πολιτικούς λόγους. Αντιμετωπίζει κακουργηματικού χαρακτήρα κατηγορίες για βιασμούς κατ’ εξακολούθηση.
Αν κάποιος βαρύνεται με πολιτικά παραπτώματα, αυτός δεν είναι άλλος από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που εμπιστεύτηκε την πρώτη τη τάξη κρατική σκηνή της χώρας στον «αρεστό», «άριστο» Δημητρη Λιγνάδη και από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη που κατάργησε δημόσιο διαγωνισμό προκειμένου να περάσει με ανάθεση στα χέρια του νυν κατηγορούμενου για βιασμούς η διεύθυνση του Εθνικού.
Ναι, αυτά δεν είναι απλώς πολιτικά ατοπήματα, είναι πολιτικές πράξεις με ιδιαίτερη βαρύτητα, για τις οποίες η κυβέρνηση και η υπουργός είναι υπόλογες όχι μόνο στην καλλιτεχνική κοινότητα, αλλά σε όλη την κοινωνία.
Όταν ο κόσμος το είχε τούμπανο ότι κάτι συμβαίνει με τον τότε καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού, το πρωθυπουργικό ζεύγος και η υπουργός φωτογραφίζονταν μαζί του στην Επίδαυρο. Όταν οι «κραυγές» και οι «ψίθυροι» άρχισαν να πληθαίνουν γύρω από τον τότε «αρεστό» και «άριστο», η υπουργός σιωπώντας σφύριζε αδιάφορα. Το ίδιο μπορεί να σφυρίζει και τώρα.
Όμως στα έργα και στις ημέρες της έχει πλέον καταγραφεί η υπόθεση Λιγνάδη.
Ό,τι και να κάνει, ό,τι και να μην κάνει ο Λιγνάδης, του οποίου το υποκριτικό ταλέντο την ξεγέλασε, δεν μπορεί να ξεγελάσει το πολιτικό της ημερολόγιο. Ούτε μπορεί να σβήσει τις ευθύνες της. Με τη διαφορά ότι πλέον έχει διαπιστώσει ότι οι «ωραίες καριέρες όμορφα καίγονται».
Αν ο νομικός πολιτισμός που υπηρετεί ο συνήγορος του Δ. Λιγνάδη δικαιολογεί απειλές, χυδαιολογίες, ηθική εξόντωση θυμάτων και δικολαβίστικες συμπεριφορές κι αν ο πολιτικός πολιτισμός που υπηρετούν η κυβέρνηση Μητστοτάκη και η υπουργός Πολιτισμού Λ. Μενδώνη επιτρέπουν αδιαφανείς και ζημιογόνες για το δημόσιο συμφέρον πρακτικές, υπάρχει και ο πραγματικός πολιτισμός. Αυτός που απεχθάνεται και τους ενόχους και τους πολιτικάντηδες και τους δικολάβους. Και κυρίως την ύβριν, απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται.