«Η ελπίδα έγινε για τους απελπισμένους» είχε πει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν που ήξερε πολύ καλά τι πάει να πει απελπισία, βουλιάζοντας με όλο του το βάρος μέσα στο σκοτεινό νερό της. Όμως, ναι, η ελπίδα έμεινε, για να την μοιράζονται σαν το ζεστό ψωμί οι απελπισμένοι ξανά και ξανά. Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το Πάσχα: η γιορτή της ελπίδας των απελπισμένων. Ή η απελπισμένη ελπίδα τη στιγμή που δεν έχεις από πουθενά να πιαστείς. Και τότε γιορτάζεις το ασύλληπτο που πάντοτε διαφεύγει από όλες τις σταυρώσεις και καταυγάζει το σύμπαν. Δηλαδή, καταυγάζει την ύπαρξη.
«Ανάσταση στα έαρα - Επανάσταση στα έαρα» θα φωνάξει ο Νίκος Καρούζος μέχρι που δεν του «έμεινε άλλο στήθος». Αλλά φώναξε. Ακριβώς επειδή γνώριζε με τη βαθιά ποιητική νοημοσύνη του το απροσμέτρητο βάθος του λυγμού και το είπε σαν ένα «Άσμα μικρό»: «Χάθηκε κι αυτός ο οδοιπόρος. Είχε συνάξει λίγα φύλλα / ένα κλαδί γεμάτο φως / είχε πονέσει. / Και τώρα χάθηκε... / Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος / αγγίζει νέους ουρανούς / η προσευχή του μάχη. / Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».
Ίσως αυτό ακριβώς να είναι το Πάσχα: η γιορτή του συντετριμμένου έαρος και μαζί η μάχιμη προσευχή της ανάτασης και της ανάστασης. Μια καίρια σημείωση καρφιτσωμένη στο πέτο κάθε αγωνίας και κάθε αγώνα, σαν θαύμα που όταν συμβαίνει είσαι πάντοτε παρών γιατί ακριβώς είσαι εσύ που προκαλείς το θαύμα. Όπως ακριβώς το περιγράφει ο Τάσος Λειβαδίτης στο ποίημά του «Η ανάσταση των φτωχών» από τη συλλογή «Σημειώσεις»: «Και όταν μ’ έθαψαν κι έριξαν όλο το χώμα της γης επάνω μου, ήταν τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού στη γωνιά του δρόμου / που βγήκα μεσ’ απ’ το καπέλο του».
Αυτό είναι το θαύμα, μαζί και το τραύμα του που το έχει δει και το έχει πει ολόκληρο ο θεϊκός Διονύσιος Σολωμός στους «Ελεύθερους πολιορκημένους»: «Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη / η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι. / Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει: / ‘Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει’». Η ασύλληπτη ομορφιά λοιπόν, που πατάει τον θάνατο. Η ασύλληπτη σε μέγεθος και μαζί διαρκώς κυνηγημένη, διαρκώς προδομένη, διαρκώς ακάνθινη, αλλά ποτέ υποταγμένη: Η ομορφιά. Η ελπίδα όλων των απελπισμένων που θα κάνει τον Γιάννη Ρίτσο να τραγουδήσει για ένα μόνο κυκλάμινο στα «Δεκαοκτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», που, ας μην ξεχνάμε, γράφτηκαν μέσα στη μαύρη καταχνιά της χούντας που πολλοί μίσησαν, αλλά δεν ήταν λίγοι και όσοι ακολούθησαν πρόθυμα τον Παπαδόπουλο στο πιο γελοίο τσάμικο που χορεύτηκε ποτέ σ’ αυτό τον τόπο: χορός από νευρόσπαστα μέσα σ’ ένα απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης, δίπλα στους σιωπηλούς τάφους του Τσαρουχά, του Μανδηλαρά, του Κομνηνού και των άλλων μαντατοφόρων αυτής της ασύλληπτης ομορφιάς που λέγαμε και που γιορτάζεται σήμερα. Γι’ αυτό πάντοτε θα υπάρχει ο Οδυσσέας Ελύτης: για να μας θυμίζει στους αιώνες των αιώνων, όταν μας βρίσκει το κακό και μοιάζει πελώριο και μας απελπίζει και θολώνει ο νους μας, τότε ακριβώς να μνημονεύουμε Διονύσιο Σολωμό και να μνημονεύουμε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Το ίδιο τραγουδάει και ο Γιάννης Ρίτσος κουβεντιάζοντας με ένα λουλούδι: «Κυκλάμινο - κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα / πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσχο και σαλεύεις; / Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα - στάλα / μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα». Εξόριστος στη Λέρο ήταν ο Γιάννης Ρίτσος όταν έγραψε αυτούς τους στίχους. Λες και μπορεί ποτέ να εξοριστεί η ομορφιά, λες και ποτέ θα πάψει ο κόσμος να κρέμεται από τα υπερώα των υδάτων του.
Δεν εξορίζει η πόλη την ομορφιά, εξορίζει τον εαυτό της από την ομορφιά εξορίζοντας την ποίηση, τη γενεσιουργό αιτία ύπαρξης του κόσμου. Η ανώνυμη ομορφιά. Αυτό γιορτάζεται σήμερα. Ο συμπαντικός κώδικας που «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει» (Ηράκλειτος). Τα δέντρα δεν ξέρουν ότι είναι όμορφα. Εμείς το ξέρουμε. Γιορτάζουμε την ανωνυμία και το φευγαλέο της ζωής μέσα σε μία μόνο εικόνα: μια γάτα που χορεύει στην ανοιξιάτικη βροχή, τρέχοντας να κρυφτεί.