Δεν θέλει πολύ να τρίξει εκ θεμελίων αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα περιορίζοντάς το στην «ασήμαντη επιφάνεια των πραγμάτων», όπως θα έλεγε και ο Μπόρχες. Αρκεί ένας μικρός σπινθήρας για να πάρει φωτιά ο κόσμος σου, λες και είναι (ή μήπως είναι;) φτιαγμένος από ξερό χαρτί, και από πίσω να εισβάλει ορμητική η μνήμη με όλο της το μεγαλείο. Για την ακρίβεια, να ξεπροβάλουν ορμητικά, όχι εκείνα που ξεχάσαμε (άλλωστε βρίσκονται γραμμένα με πυρωμένο κάρβουνο στα κύτταρα της ύπαρξης), αλλά εκείνα που ξεχνάμε να θυμόμαστε, ξεχνώντας έτσι και να θυμόμαστε ποιοι είμαστε. Ξεχνώντας «τι νέοι που φτάσαμεν, εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος / του κόσμου, δώθε απ’ τ΄ όνειρο και κείθε από τη γη!» (Καρυωτάκης). Ξεχνώντας πως δεν φτάσαμε όλοι εδώ, γιατί κάποιους τους κατασπάραξαν τα θηρία, πέταξαν τα κουφάρια τους στους δρόμους, κάρφωσαν τα κεφάλια τους στους φανοστάτες, άλλους τους έστησαν στον τοίχο και τώρα φτύνουν στους τάφους τους.
Τέτοιες μέρες μιας ιερής επετείου, αφού στις 23 Φεβρουαρίου 1943 ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ (Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων), με βρίσκει μπόσικο η μνήμη. Με κατακλύζει η «χρυσή της νιότης πανοπλία» που φόρεσε η μάνα μου και χιλιάδες νέοι κι αστράφτει ο κόσμος από τη μνήμη των ιερών μου απόντων. Αστράφτει από το χρυσάφι των δακρύων, καθώς τους βλέπω να έρχονται «τραγουδώντας και πολεμώντας» και ανασηκώνοντας τους άλλους νεκρούς που ακολούθησαν στα τόσα δίσεκτα χρόνια, τόσων περιπετειών από εκείνους που σήμερα φτύνουν στους τάφους τους.
Με βρίσκει μπόσικο η μνήμη τέτοιες μέρες και έτσι με χτύπησε το πρωινό της περασμένη Τρίτης 22 Φεβρουαρίου. Ανοίγω μόλις μια χαραμάδα για να μπω στο Διαδίκτυο και πέφτω πάνω στην ανάρτηση του αγαπημένου φίλου, ποιητή Γιώργου Χ. Θεοχάρη, που, όπως όλοι οι αληθινοί ποιητές, όπου κι αν βρίσκονται (εν προκειμένω στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας), αθλούνται στη γενναιότητα με ό,τι έχουν στα χέρια τους. Ο Γιώργος λοιπόν, εκτός από την ποίηση, αθλείται στη γενναιότητα εκδίδοντας και το εξαιρετικό περιοδικό «Εμβόλιμον», ένα «Εγχείρημα λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας», το οποίο αισίως -από το 1988 που πρωτοεκδόθηκε- έφτασε στο διπλό τεύχος 93-94.
Μπαρουτοκαπνισμένος της ζωής και της ποίησης, δηλαδή επικίνδυνος για λογής λογής πατριδέμπορους ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, πρωί της περασμένης Τρίτης 22 Φεβρουαρίου, παραμονής επαναλαμβάνω της επετείου ίδρυσης της ΕΠΟΝ, είχε αυτή την ανάρτηση:
«Στις 22 Φεβρουαρίου 1974 ο φοιτητής της ΑΣΚΤ, αγαπημένος μαθητής του Μόραλη, Γιάννης Καΐλης, από το πολύπαθο Δίστομο, βρέθηκε πεταμένος σ' ένα σωρό αμμοχάλικο μιας οικοδομής στην οδό Βαλτετσίου στα Εξάρχεια, δολοφονημένος από τις μυστικές υπηρεσίες της Χούντας. Μετά την είσοδο του τανκ κρυβόταν. Με το χέρι του Γιάννη γράφτηκαν τα συνθήματα στις κολώνες της εισόδου στο Πολυτεχνείο. Είχαμε μοιραστεί το ίδιο θρανίο στο λύκειο Διστόμου».
Ε, ναι! Παίρνει φωτιά η μνήμη, φλέγεται η «ασήμαντη επιφάνεια των πραγμάτων», εξαφανίζοντας τις ρυπαρότητες. Εξαφανίζονται οι μιαροί βέβηλοι της Ιστορίας. Να το θυμόμαστε, για να μην ξεχνάμε την ποιότητα όσων προσπαθούν να ξαναγράψουν την Ιστορία, όσων αποπατούν στα ιερά και τα όσια: Κάθε φορά που βλέπετε στη φωτογραφία: «Έξω αι ΗΠΑ» στη μια κολώνα της Πύλης του Πολυτεχνείου και «Έξω το ΝΑΤΟ» στην άλλη, να θυμάστε πως δεν τα έγραψε αλλά τα ζωγράφισε ένα παιδί που μάθαινε κοντά στον Μόραλη, κι ακόμα πιο κοντά στην ελευθερία, να ζωγραφίζει το όνειρο. Είναι ζωγραφιές τα συνθήματα εκείνα. Είναι οι πρώτες πινελιές από τις «Γκερνίκες» που δεν πρόλαβαν να γίνουν πίνακες. Αυτές τις ζωγραφιές μουτζουρώνουν οι απόγονοι, πολιτικοί και φυσικοί, εκείνων των θηρίων που πέταξαν στα μπάζα το πτώμα του δολοφονημένου παιδιού, σαν σκουπίδι.
23.2.1943 ΕΠΟΝ, 10.6.1944 Δίστομο, 17.11.1973 Πολυτεχνείο, 22.2.1974 δολοφονία Γιάννη Καΐλη. Δεν είναι ημερομηνίες, είναι ποίηση: «Ανοίγω τα παράθυρα κι η νύχτα μεγαλώνει / - πόσες φορές πρασίνισε απάνω σου η γη; / παιδί του πολυβόλου του στίχου καταγωγή / καταγωγή της νιότης μου σκιά γονατισμένη / πόσες φορές πρασίνισε απάνω σου η γη;» (Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος).
«Έξω αι ΗΠΑ», «Έξω το ΝΑΤΟ». Δεν είναι συνθήματα. Είναι στίχοι που συνεχίζουν το μεγάλο ποίημα του κόσμου. Που δεν θα σταματήσει ποτέ να γράφεται.