«Δεν αντέχετε στην ιδέα των συνεργασιών των προοδευτικών δυνάμεων και δεν μπορείτε να χωνέψετε ότι χάσατε τον Δήμο Αθηναίων. Και τώρα νομοθετείτε με τέτοιο τρόπο να μην επιτραπεί ξανά αντίστοιχη εξέλιξη, δηλαδή δημόσια και διάφανη συνεργασία προοδευτικών δυνάμεων στον 2ο γύρο. Γιατί στο DNA της Νέας Δημοκρατίας είναι μόνο οι υπόγειες συνεργασίες και τα πάρε - δώσε κάτω από το τραπέζι»: σε αυτή τη διατύπωση του Σωκράτη Φάμελλου, συνοψίζεται η κριτική της προοδευτικής αντιπολίτευσης για το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εσωτερικών με το οποίο καταργείται ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών.
Ο «νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» που αναμένεται να ψηφιστεί σήμερα, Παρασκευή 26.6.26 (καθώς συνεχίζεται η μαραθώνια συζήτηση στην Ολομέλεια), στη θέση του δεύτερου γύρου των δημοτικών και περιφερειακών θεσπίζει ένα «δεύτερο στάδιο προσμέτρησης των ψήφων» οι οποίες εκφράζονται σε ειδική θέση στο ίδιο ψηφοδέλτιο ως (η δεύτερη) «εναλλακτική ψήφος». Κάθε ψηφοφόρος δηλαδή, εκτός από τον δημοτικό ή περιφερειακό συνδυασμό της επιλογής του, ψηφίζει και τον αντίστοιχο συνδυασμό της δεύτερης επιλογής του. Μεταξύ των δύο πρώτων συνδυασμών που έχουν τις περισσότερες δεύτερες επιλογές, εκλέγεται ακόμα και με σχετική πλειοψηφία, Δήμαρχος ή Περιφερειάρχης εκείνος που έχει τις περισσότερες εναλλακτικές ψήφους στα ψηφοδέλτια των υπόλοιπών συνδυασμών
Έτσι, ένας συνδυασμός με 25%-30% των ψηφοδελτίων (όσο δηλαδή περίπου λαμβάνουν οι παρατάξεις στα αστικά κέντρα) θα λαμβάνει το 60% των εδρών!
Πρόκειται για ένα σύστημα «Φρανκεστάιν», που αλλοιώνει τη λαϊκή εντολή και δημιουργεί ψήφους «δεύτερης διαλογής». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επικαλείται την περικοπή του οικονομικού κόστους του δεύτερου γύρου ως τον λόγο που επιβάλλει αυτό το καινοφανές εκλογικό σύστημα – απέναντι στο οποίο τάσσεται, μεταξύ άλλων, ο πρώην Πρόεδρος τη Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος.
Επίσης, ο υπουργός Εσωτερικών Θεόδωρος Λιβάνιος ισχυρίστηκε (25.6.26) ότι η πραγματική νομιμοποίηση των δημοτικών και περιφερειακών αρχών θα επιτευχθεί «μέσα από την αύξηση της συμμετοχής».
Ωστόσο, ο εφιάλτης της σύμπραξης των προοδευτικών δυνάμεων και η ήττα του Κώστα Μπακογιάννη στις δημοτικές εκλογές του 2023, που ταλανίζει τη Νέα Δημοκρατία, αποκαλύφθηκε ωμά κατά την τοποθέτηση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της πλειοψηφίας, Δημήτρη Καιρίδη. Ο οποίος, κατά τη συζήτηση της ένστασης αντισυνταγματικότητας (25.6.26), στοχοποίησε τον Δήμαρχο Αθηναίων, Χάρη Δούκα, για το «άτυπο λαϊκό μέτωπο» που επιχειρεί να συγκροτήσει «με τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά και το ΠΑΣΟΚ» και υποστήριξε ότι η «η Αθήνα, δεν έχει βρεθεί σε χειρότερη κατάσταση ακόμη και τα χρόνια της βαθιάς κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας».
Ο Λιβάνιος πετάει στα σκουπίδια την Έκθεση - ράπισμα της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπερνάει ακόμα και τη σχετική Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, η οποία επισημαίνει ότι ο νέος Κώδικας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ενέχει τον κίνδυνο ανεπαρκούς αντιπροσωπευτικότητας του αποτελέσματος και δεν διασφαλίζει τη διαφάνεια του εκλογικού ανταγωνισμού.
Μεταξύ άλλων, στην Έκθεση τονίζεται, σχετικά με το σύστημα του δεύτερου σταδίου προσμέτρησης με εναλλακτική ψήφο, ότι «είναι εξεταστέα η κατ’ αναλογίαν συμφωνία του με τις συνταγματικές αρχές που διέπουν τις οικείες εκλογές, και συγκεκριμένα, την αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης ως εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας, την αρχή της αντιπροσωπευτικότητας και δημοκρατικής νομιμοποίησης (ή, κατά άλλη διατύπωση, της ευρύτερης λαϊκής εκπροσώπησης) και την αρχή της αναλογικότητας».
Και σε άλλο σημείο επισημαίνεται ότι «ο αποκλεισμός των ψηφοφόρων από τη δυνατότητα να μετέχουν στο δεύτερο στάδιο προσμέτρησης δεν θα οφείλεται σε αντικειμενικό γεγονός που συνάπτεται με θεμιτό σκοπό του εκλογικού συστήματος, αλλά με την, κατά τη λογική του συστήματος, άγνοια του ψηφοφόρου για την ταυτότητα των δύο επικρατέστερων συνδυασμών – άγνοια που μπορεί όμως να αντιμετωπίζεται με τη δυνατότητα της κατάταξης. Τίθεται επομένως το ερώτημα, αφενός, αν διασφαλίζεται εν τω συνόλω η έκφραση της λαϊκής βούλησης στο δεύτερο στάδιο, όπως και η διαφάνεια των όρων εκλογικού ανταγωνισμού, και, αφετέρου, αν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας η εν λόγω κάμψη της αντιπροσωπευτικότητας. Δεύτερον, για τον ίδιο λόγο, αν οι δύο επικρατέστεροι συνδυασμοί έχουν συγκεντρώσει χαμηλό ποσοστό, η πολυδιάσπαση της εναλλακτικής ψήφου είναι πιθανόν να μην μπορέσει να εξασφαλίσει υπέρ του σχετικώς πλειοψηφούντος συνδυασμού ούτε το ποσοστό του 42% που ο νομοθέτης θεωρεί αναγκαίο για αυτοδύναμη νομιμοποίηση του αποτελέσματος. Κατά τούτο, εγείρεται ζήτημα εσωτερικής αντίφασης στο σύστημα του νόμου, και κίνδυνος ανεπαρκούς αντιπροσωπευτικότητας του αποτελέσματος».
Η κυβέρνηση και ο κ. Λιβάνιος αγνοούν τα παραπάνω και κάνουν ότι δεν κατάλαβαν το προφανές: με τον νέο εκλογικό νόμο, στον επόμενο γύρο πάνε οι δύο πρώτοι της πρώτης επιλογής. Αλλά, υπάρχει το ενδεχόμενο οι συνολικοί ψήφοι που έλαβε ο τρίτος συνδυασμός, συνυπολογιζομένων των «εναλλακτικών ψήφων», να είναι περισσότερες από τις ψήφους ενός εκ των δύο πρώτων.
Με τη διαδικασία αυτή ουσιαστικά ο πολίτης γνωρίζει ότι η ψήφος του δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Διότι η εναλλακτική ψήφος μπορεί να πάει στα αζήτητα, άρα απομειώνεται και το όποιο κύρος της εκλογικής διαδικασίας.
Τέλος, η προοδευτική αντιπολίτευση, κατά τη συζήτηση που ξεκίνησε το πρωί της Πέμπτης τονίζει διαρκώς ότι το νομοθέτημα του κ. Λιβάνιου περιορίζει την διοικητική αυτοτέλεια, τον δημόσιο χαρακτήρα, την αναπτυξιακή προοπτική αλλά και την οικονομική βιωσιμότητα των ΟΤΑ. Καθώς, όχι μόνο δεν καλύπτει την ανάγκη αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων, αλλά ενισχύει το συγκεντρωτικό Κράτος, υποβαθμίζοντας τον ρόλο της Αυτοδιοίκησης.
Σύμφωνα με την κριτική που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με το εν λόγω σχέδιο νόμου επιχειρείται η επιβολή ενός ασφυκτικού ελέγχου στα οικονομικά των Δήμων, από τους οποίους η κυβέρνηση της ΝΔ στερεί συνεχώς πόρους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΕΔΕ, το 2009 οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι των Δήμων αποτελούσαν το 8% του προϋπολογισμού ενώ το 2025 ήταν μόλις 3,5%. Επίσης, ο Καλλικράτης που εξακολουθεί να ισχύει, δεν εφαρμόζεται καθώς προβλέπει 8,5 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2026 στους ΟΤΑ πρώτου βαθμού και ο φετινός προϋπολογισμός διαθέτει μόλις 2,7 δισ. ευρώ. Οι ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού λειτουργούν περίπου με το 50% του προσωπικού.
«Και όλα αυτά ενώ εκχωρούνται αρμοδιότητες στους δήμους χωρίς να ενισχύονται με τις απαραίτητες πιστώσεις και το αναγκαίο προσωπικό. Καμία συμμετοχή σε αναπτυξιακά σχέδια. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αγνοείται...Από το ‘20 μέχρι και τον προτεινόμενο Κώδικα η κυβέρνηση καταβάλλει μια συστηματική προσπάθεια ελέγχου των πράξεων των ΟΤΑ και απαξίωσής τους», όπως υπογράμμισε μεταξύ άλλων ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Θεόφιλος Ξανθόπουλος.