Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη
Μια όπερα για παιδιά, Η βασίλισσα του χιονιού, βασισμένη στο παραμύθι του Άντερσεν, παίρνει τη θέση της από σήμερα στη σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών για όλη την εορταστική περίοδο. Πρόκειται για μια παραγωγή εξ ολοκλήρου φτιαγμένη στην περιφέρεια, στην Πάτρα, από ντόπιους καλλιτέχνες και τον αναπληρωτή καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Θοδωρή Αμπαζή, όταν ήταν επικεφαλής του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας.
Η παρουσίασή της, σήμερα, σε μια από τις κεντρικότερες καλλιτεχνικές σκηνές της πρωτεύουσας αποτελεί και επιβράβευση της μεθοδικής πολιτιστικής πολιτικής που εφάρμοσε επί τρία χρόνια εκεί ο δημιουργός της.
Τι είναι όμως η Βασίλισσα του χιονιού; «Είναι ένα έργο με ξεκάθαρη δραματουργία, ήρωες και πολλές εικόνες, δηλαδή δυνατότητες για διαφορετικές σκηνές», απαντά ο Θ. Αμπαζής. «Αφηγείται την περιπέτεια της Γκρέτας, που αναζητά τον Κάη, τον οποίο έχει απαγάγει η Βασίλισσα του Χιονιού, τον έχει παγώσει και τον κρατά στο παλάτι της. Στη διαδρομή της η Γκρέτα συναντά διαφορετικούς ήρωες, τη βοηθά η φύση, τα ζώα, τα φυτά. Φτάνει στο παλάτι και, με τη δύναμη της πίστης και της αγάπης, ξεπερνά τα εμπόδια, κλαίει πάνω στον Κάη, ο οποίος έτσι ξεπαγώνει και ξυπνάει, η Βασίλισσα συγκινείται και τους αφήνει ελεύθερους".
Μια δημιουργική διαδρομή
Περισσότερο, ίσως, κι από το ίδιο το αποτέλεσμα, έχει ιδιαίτερη αξία ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε Η βασίλισσα του χιονιού: «Σκεφτήκαμε να συνδέσουμε το αυτοχρηματοδοτούμενο Στούντιο Όπερας, που είχε ήδη αρκετές μικρές μουσικοθεατρικές παραγωγές, με τα παιδικά εργαστήρια και το δίκτυο εκπαιδευτικών, μέσα από μια παιδική όπερα», λέει ο Θοδωρής Αμπαζής. «Έτσι, φτιάξαμε ένα μουσικοπαιδαγωγικό πρόγραμμα για τα σχολεία και οι μαθητές ασχολήθηκαν ένα χρόνο με την όπερα. Στο τέλος της χρονιάς τα παιδιά παρουσίασαν δικές τους μουσικές παραστάσεις εμπνευσμένες από τη Βασίλισσα του χιονιού. Πάντα οργάνωνα ποικίλες δράσεις γύρω από μια παράσταση, ώστε να μπορούν να αντληθούν τα περισσότερα πλεονεκτήματα».
Στη συνέχεια, όπως μας αφηγείται, «πήρα παιδιά από το Στούντιο Όπερας που είχαμε ήδη δουλέψει μαζί δυο χρόνια, επαγγελματίες μουσικούς από το Στούντιο και το Δημοτικό Ωδείο, και φτιάξαμε μια παράσταση που, ιδιαίτερα οι ηλικίες 7-11, να μπορούν να την παρακολουθήσουν χωρίς να την θεωρούν κάτι βαρύ ή βαρετό. Είναι μια παράσταση που, με τους κώδικες του θεάτρου αλλά και πιο τζαζ ή ποπ στοιχεία, τα έφερνε βήμα-βήμα στον κόσμο της όπερας».
Πρόκειται, τελικά, για όπερα ή μιούζικαλ; «Τα παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα να προσλάβουν τη μεγάλης διάρκειας εξέλιξη της οπερατικής μουσικής», λέει ο Θ. Αμπαζής. «Πρέπει να τους δώσεις κάτι σύντομο και καθαρό, να βάλεις τη μουσική σε μικρές φράσεις, έτσι αναγκαστικά πηγαίνει προς το μιούζικαλ». Ο ίδιος άλλωστε, φρόντιζε να «τσεκάρει» κάθε στιγμή το ενδιαφέρον των μικρών ακροατών: «Μόλις τέλειωνα μια ενότητα, μάζευα μερικά παιδάκια, καθόμουν στο πιάνο και τους έπαιζα όλους τους ρόλους. Ρώταγα πώς τους φάνηκε και έβλεπα τις αντιδράσεις τους, αν τους άρεσε, αν βαρέθηκαν, οπότε όσα στοιχεία δεν έβρισκαν ανταπόκριση τα έβγαζα». Όπως φαίνεται, η διαδικασία αυτή τον άφησε ιδιαίτερα ικανοποιημένο, αφού, όπως μας αποκάλυψε, προγραμματίζει να παρουσιάσει μια ακόμη όπερα για παιδιά, εκτός Εθνικού Θεάτρου, όπως διευκρίνισε.
Στην παρατήρησή μας ότι η «είδηση» είναι πως η παράσταση είναι σχεδόν 100% παραγωγή της περιφέρειας, ο Θ. Αμπαζής απαντά: «Μόνο ο Κένυ Μακλέλαν κι εγώ δεν είμαστε Πατρινοί. Κανονικά θα έπρεπε να έχει ξεσηκωθεί η πόλη, είναι από τα σημαντικότερα πράγματα που έχει πετύχει σε πολιτιστικό επίπεδο. Είναι η πρώτη φορά που φιλοξενείται στη Στέγη μια παραγωγή φτιαγμένη στην περιφέρεια, από ανθρώπους εκεί, σε ένα πάρα πολύ απαιτητικό είδος. Είναι αποτέλεσμα όσων έγιναν στην Πάτρα τα προηγούμενα τρία χρόνια και του τι θα μπορούσε να γίνει, αν μας αφήνανε. Είναι, αν θέλετε, το ‘πολιτικό μήνυμα' της παράστασης».
Το Εθνικό Θέατρο αποτελεί «πυξίδα»
Ρωτάμε τον Θ. Αμπαζή τι, κατά τη γνώμη του, περιείχε περισσότερες προκλήσεις, η θέση του στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας ή στο Εθνικό Θέατρο. «Στη συνείδησή μου, δεν υπάρχει ιεράρχηση. Και στα δύο, ο καλλιτέχνης δεν έρχεται να δείξει πόσο καλός είναι, αλλά να υπηρετήσει στοχεύσεις μιας πολιτιστικής πολιτικής, που δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια δεν υπάρχει στη χώρα μας», λέει. «Πιστεύω πως η μοναδική τέτοια ενέργεια ήταν η δημιουργία των ΔΗΠΕΘΕ. Έδειχνε ότι το κράτος σκέφτεται μακροπρόθεσμα και κάνει μια σημαντική τομή με την ανάπτυξη εργαλείων και δυνατοτήτων πολιτιστικής πολιτικής στην περιφέρεια και στόχευση στο μέλλον».
Παραδέχεται ότι για τον ίδιο η δουλειά του στην περιφέρεια αποτέλεσε ένα μεγάλο στοίχημα. «Ήμασταν τελείως αβοήθητοι. Με τα ψίχουλα που δίνει το κράτος δεν μπορείς να έχεις στήριξη για να κάνεις τις μεγάλες τομές και αλλαγές που χρειάζονται».
Αλλά και από τη θέση του αναπληρωτή διευθυντή της κρατικής σκηνής διατηρεί μια ευρύτερη οπτική: «Το Εθνικό Θέατρο θα μπορούσε να είναι πυξίδα για όλα τα άλλα, να συνδέεται άμεσα με τον κεντρικό στόχο της πολιτιστικής πολιτικής. Όπως είναι το μέτρο για τις συνεργασίες, τις παραγωγές, τα οικονομικά. Αν καταρρεύσει το Εθνικό, θα έχει καταρρεύσει το παν. Αν ευημερήσει, δίνει ένα στίγμα και για την υπόλοιπη χώρα».
Μολονότι ο Θ. Αμπαζής βρίσκεται εδώ και σχεδόν ένα χρόνο στο κέντρο του θεατρικού γίγνεσθαι («πιο κέντρο... δεν γίνεται», λέει), η σκέψη του δεν παύει να βρίσκεται στην περιφέρεια: «Δεν θεωρώ το Εθνικό αθηνοκεντρικό, αλλά θέατρο όλης της χώρας». Η απεύθυνση στην επαρχία είναι μέσα στα σχέδια της νέας διοίκησης, όμως «για να γίνει χρειάζεται οικονομική υποστήριξη. Εμείς ακόμα ψάχνουμε χρήματα να συντηρήσουμε το Εθνικό στο κέντρο. Επιπλέον, ο οργανισμός δεν έχει φτιαχτεί με τη λογική να ταξιδεύει πολύ, να μην είναι πανάκριβο οτιδήποτε κάνει εκτός Αθήνας, να είναι πιο ευέλικτος σε συμπαραγωγές».
«Ακόμα για τη χειμερινή περιοδεία σε άγονες και παραμεθόριες περιοχές, τον Φεβρουάριο, με Το ρολόι του Λουντέμη, αναζητούμε τρόπους χρηματοδότησης. Όταν διαρκώς περικόπτεται ο προϋπολογισμός, κάτι που θα γίνει και το 2016, είσαι αναγκασμένος να ψάξεις για συνέργειες, χορηγίες, συνεργασίες... Πρέπει να αναζητήσουμε συνθήκες λειτουργίας ώστε να γίνει πιο ευέλικτο, ένα θέατρο πραγματικά του 21ου αιώνα. Όταν συζητάμε για αλλαγή του ιδρυτικού νόμου αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε, όχι αν θα έχει παραπάνω εξουσία ο Γιώργος ή ο Δημήτρης...»
info
Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ. Σκηνοθεσία - Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής. Λιμπρέτο: Σοφιάννα Θεοφάνους. Σκηνικά - Κοστούμια: Kenny MacLellan. Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος. Χορογραφία: Όλγα Σπυράκη. Ερμηνεία: Αγγελική-Ζωή Καραγκούνη, Μαρία Κατριβέση, Ειρήνη Τζανετουλάκου, Σπύρος Παπαδάτος, Βασίλης Δημακόπουλος. Αφήγηση: Ανδριάνα Χαλκίδη. Μουσικοί: Μαριλένα Σουρή (πιάνο), Νίκος Μαυρίδης (βιολί), Φώτης Παπαντωνίου (βιόλα), Vilen Karapetyan (κοντραμπάσο), Maxim Mankovskiy (κρουστά), Βάγια Ζεπάτου (μαντολίνο). ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, 22-30/12.