Live τώρα    
Ελληνικός κινηματογράφος: Πολλά διεθνή βραβεία, διστακτικοί θεατές κι ένας φόρος που χάθηκε μέσα στην κάψα του καλοκαιριού
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ελληνικός κινηματογράφος: Πολλά διεθνή βραβεία, διστακτικοί θεατές κι ένας φόρος που χάθηκε μέσα στην κάψα του καλοκαιριού

Προσεχώς: «Ένας άλλος κόσμος» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη

Του ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

Μήπως το φαινόμενο «Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου, μια «διεθνής» ταινία Έλληνα σκηνοθέτη που κατάφερε να γεμίσει τις αίθουσες, σηματοδοτεί κάποια αλλαγή στις διαθέσεις του κοινού απέναντι στον ελληνικό κινηματογράφο γενικότερα; Σύντομα θα μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα, καθώς τον «Αστακό» ακολουθούν το «Chevalier» της Αθηνάς Τσαγγάρη και το «Ουζερί Τσιτσάνης» του Μανούσου Μανουσάκη (ήδη προβάλλονται στις αίθουσες) και έρχονται μέσα στις επόμενες εβδομάδες «Η κόρη του Ρέμπραντ» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, το «Ένας άλλος κόσμος» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη...

Αλλά το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου δεν κρίνεται μόνο στις αίθουσες. Αντίθετα από την Αμερική, στην Ευρώπη έχουν θεσμοθετηθεί εδώ και πολλά χρόνια «εργαλεία» ενίσχυσης της παραγωγής αλλά και της προώθησης κινηματογραφικών έργων, με «πρωτοπορία» το γαλλικό υπόδειγμα.

Η «πολιτιστική εξαίρεση» θεωρήθηκε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της Ευρώπης απέναντι στην Αμερική. Το θέμα πήρε ευρύτερη δημοσιότητα για πρώτη φορά το 1993, στη διακρατική Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT), όταν από την ελεύθερη διακίνηση προϊόντων ανάμεσα σε Αμερική και Ευρώπη, με πρωτοβουλία της Γαλλίας, εξαιρέθηκαν τα πολιτιστικά προϊόντα.

Οι λόγοι ήταν προφανείς: Από τη μια μεριά η διαφύλαξη της πολιτιστικής ταυτότητας αναφέρεται ρητά στις ιδρυτικές ευρωπαϊκές συνθήκες, από την άλλη η μαζική διάχυση αμερικανικών οπτικοακουστικών προϊόντων στη Γηραιά Ήπειρο είχε γονατίσει την ευρωπαϊκή παραγωγή οδηγώντας σε μαρασμό τους αντίστοιχους οικονομικούς κλάδους, παρά την επιβλητική παράδοση δεκαετιών...

Βήμα βήμα, οργανώθηκε ένα δίκτυο προστασίας των πολιτιστικών προϊόντων εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης με μηχανισμούς ενίσχυσης, προκειμένου να αποκτήσουν ευρύτερη απήχηση, παράλληλα με τη διασφάλιση απασχόλησης των επαγγελματιών του χώρου.

Στη Γαλλία, με πρωτοπόρο τον Αντρέ Μαλρό από τη θέση του υπουργού Πολιτισμού, έχει καθιερωθεί εδώ και δεκαετίες ένα σύστημα προστασίας και ενίσχυσης των πολιτιστικών προϊόντων. Για παράδειγμα στους ραδιοφωνικούς σταθμούς επιβάλλεται ποσοστό 40% των τραγουδιών που ακούγονται να είναι γαλλικά, και μάλιστα από αυτό το ποσοστό το 20% να αφορά νέους καλλιτέχνες. Στον κινηματογράφο ένας φόρος επί του εισιτηρίου των αιθουσών ενισχύει την παραγωγή ταινιών μέσω του Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου.

Οπότε με προφανή έκπληξη αλλά και αγανάκτηση πληροφορήθηκαν το περασμένο καλοκαίρι οι Έλληνες κινηματογραφιστές πως ανάμεσα στα προαπαιτούμενα της νέας δανειακής σύμβασης με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας ήταν η κατάργηση του (ακριβώς αντίστοιχου με τον γαλλικό) ειδικού φόρου κινηματογραφικής τέχνης. Τα «προαπαιτούμενα» ψηφίστηκαν λίγο πριν το Δεκαπενταύγουστο και ο ελληνικός κινηματογράφος έμεινε χωρίς το βασικό αναπτυξιακό όπλο του.

Παρά τα αλλεπάλληλα διεθνή βραβεία των τελευταίων χρόνων και ενώ το σύγχρονο ελληνικό σινεμά αποτελεί θέμα συζήτησης από ειδήμονες και μη, από οικονομική σκοπιά ο ελληνικός κινηματογράφος βρίσκεται σε σοβαρή ύφεση, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τους δείκτες ανεργίας του κλάδου, που αγγίζουν το 85%-90%.

Απαιτείται μια ολοκληρωμένη και πολυεπίπεδη στρατηγική ανάπτυξης, που θα αναγνωρίζει όχι μόνο την πολιτιστική εξαίρεση, αλλά και την πολλαπλασιαστική οικονομική επίδραση της οπτικοακουστικής παραγωγής, ακόμα και σε ό,τι αφορά το διεθνές «πρόσωπο» της χώρας, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε τις ανάγκες επιβίωσης και απασχόλησης των επαγγελματιών του χώρου, σε αυτή τη δυσμενέστατη οικονομική συγκυρία.

Για το 2015 τα στοιχεία για τα εισιτήρια των κινηματογραφικών αιθουσών αναφέρουν αντιστροφή της πτωτικής τάσης των τελευταίων ετών. Η οικονομική κρίση όλο το προηγούμενο διάστημα υπονόμευσε δραματικά την προσέλευση των θεατών στις αίθουσες. Σε σύγκριση με το 2008 καταγράφεται μείωση της τάξης του 50%, χάθηκαν δηλαδή οι μισοί θεατές.

Ωστόσο, εδώ και λίγους μήνες τα στοιχεία είναι ενθαρρυντικά. Παρά την κρίση, το κοινό φαίνεται να επιστρέφει στην αίθουσα και, το κυριότερο, φαίνεται να αναθεωρεί τη χρόνια δυσπιστία του προς την ελληνική ταινία, «δυσπιστία» που είχε φτάσει στο σημείο να πλήξει ακόμη και τις εμπορικές παραγωγές -όπως σχολίαζαν πριν από λίγα χρόνια ορισμένοι, με μάλλον χαιρέκακη διάθεση, «ο ελληνικός κινηματογράφος που επιβιώνει είναι η τηλεόραση στις διαστάσεις της μεγάλης οθόνης».

Αλλά η κατάργηση του ειδικού φόρου δεν ήταν το μοναδικό πλήγμα που δέχτηκε ο κινηματογράφος το περασμένο καλοκαίρι. Ταυτόχρονα αυξήθηκε ο ΦΠΑ στο κινηματογραφικό εισιτήριο από 13% στο 23% διευρύνοντας το χάσμα από τα υπόλοιπα πολιτιστικά αγαθά (το θέατρο και το βιβλίο παραμένουν στο 6%) λες και ο κινηματογράφος μετατράπηκε ξαφνικά σε «παχιά αγελάδα» για άρμεγμα.

Μοναδικό στην Ευρώπη, αυτό το «χάσμα», σε συνδυασμό με την κατάργηση του φόρου, συνιστά μία καταφανώς δυσμενή αντιμετώπιση της τέχνης (αλλά και της οικονομίας) του κινηματογράφου, ακριβώς τη στιγμή που υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις να εξελιχθεί στη χώρα μας σε δυναμικό κλάδο με διεθνή αναγνώριση και εισροή πόρων.

Ο ειδικός φόρος (περίπου 12% επί του εισιτηρίου για Αθήνα - Θεσσαλονίκη και 8% για την υπόλοιπη Ελλάδα), μεταφράζεται κατά μέσον όρο σε 8 εκατ. ευρώ τον χρόνο, τα οποία κατά το ήμισυ κατέληγαν στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου για την παραγωγή ταινιών, με το υπόλοιπο ποσό να ενισχύει τους Έλληνες παραγωγούς, τους αιθουσάρχες και την κινηματογραφική πολιτική του υπουργείου Πολιτισμού.

Υπάρχει βέβαια και το διαχρονικό σκάνδαλο που ονομάζεται «1,5% για τον κινηματογράφο» -η νομοθετημένη από το 1989 εισφορά των τηλεοπτικών καναλιών στην κινηματογραφική παραγωγή, που ουδέποτε εφαρμόστηκε. Μόνο τα συνδρομητικά κανάλια και η ΕΡΤ, εν μέρει, αποδίδουν τα ανάλογα ποσά.

Θυμίζουμε πως, ταυτόχρονα με την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης, το 1989 θεσπίστηκε με τον Νόμο 1866 (άρθρο 7) η υποχρέωση των τηλεοπτικών σταθμών να διαθέτουν το 1,5% των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων τους για την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών. Στη συνέχεια ο Νόμος 3905/2010 (άρθρο 8) επαναδιατύπωσε και συγκεκριμενοποίησε αυτή τη διάταξη. Ωστόσο, οι παραπάνω διατάξεις δεν έχουν τεθεί ποτέ σε ισχύ, ακόμη και μετά την έκδοση σχετικής απόφασης επί υπουργίας Τζαβάρα.

Κατά καιρούς, και εδώ αξίζει να μνημονεύσουμε και τις προσπάθειες του Μιχάλη Λιάπη στο «πέρασμά» του από το υπουργείο Πολιτισμού, έγιναν προσπάθειες για την εφαρμογή του νόμου. Κάποιοι πίστευαν ότι ο Νόμος 3905/2010 (ψηφίστηκε επί υπουργίας Παύλου Γερουλάνου) θα έδινε τέλος σε αυτό το καθεστώς ανομίας των καναλαρχών. Αλλά τίποτε δεν προχώρησε και σήμερα τα ιδιωτικά κανάλια επικαλούνται και την τραγική οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Βέβαια, από νομικής πλευράς, η αξίωση για την καταβολή των οφειλομένων επί τόσα χρόνια παραμένει πάντοτε ισχυρή και δεν «εξασθενεί» με την πάροδο του χρόνου. Ποιος πολιτικός θα έχει την τόλμη να κάνει πράξη τους νόμους σε αυτό το πεδίο «διακαναλικής εξουσίας»;

Θυμίζουμε ακόμη ότι πριν από έναν χρόνο παρουσιάστηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου η οικονομική μελέτη την οποία είχε αναθέσει στο Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), προκειμένου να αποτυπωθούν οι πολλαπλασιαστικές δυνατότητες της κινηματογραφικής παραγωγής στην οικονομική ανάπτυξη. Χωρίς να υπολογίζονται οι θετικές επιδράσεις σε όρους διεθνούς προβολής της χώρας ή προσέλκυσης τουρισμού, εκτιμάται ότι η δαπάνη για μια κινηματογραφική παραγωγή αποδίδει σχεδόν διπλάσιο ποσό ως προς την αύξηση του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τα βασικά πορίσματα της μελέτης, η παραγωγή 20 ελληνικών ταινιών ετησίως με ένα μέσο προϋπολογισμό της τάξης των 450 χιλ. ευρώ οδηγεί σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 14,2 εκατ. ευρώ. Αν συνυπολογιστεί η συνεισφορά του ευρύτερου κλάδου οπτικοακουστικής παραγωγής, τότε η αύξηση ανέρχεται σε 686 εκατ. ευρώ. Σε όρους απασχόλησης, η συνολική επίδραση εκτιμάται ότι ξεπερνά τις 12 χιλιάδες θέσεις εργασίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0