Του Λέανδρου Πολενάκη
Το λεγόμενο «καλοχτισμένο» γαλλικό έργο του δέκατου ένατου αιώνα, δημιουργός του οποίου ήταν ο κωμωδιογράφος Ευγένιος Σκριμπ (1791-1861), υπήρξε δημοφιλέστατο στην εποχή του (το συνέχισαν οι μεταγενέστεροι Λαμπίς, Σαρντού κ.ά.), ενώ υποτιμήθηκε ως «κενό περιεχομένου» από τη σύγχρονή του κριτική. Σήμερα ανακαλύπτουμε πάλι την αξία του. Δεν πρόκειται για θέατρο χαρακτήρων, αλλά για θέατρο καταστάσεων.
Ο Σκριμπ «κουρδίζει» τα έργα του σαν έναν τέλειο ωρολογιακό μηχανισμό, όπου το απρόβλεπτο, οι «παράλογες» καταστάσεις, το τυχαίο, το συμπτωματικό, το εξωφρενικό εντάσσονται μέσα σε ένα λογικό «σχέδιο» με αρχή, μέση, τέλος, χωρίς να περισσεύει τίποτα ή να λείπει, όπου, μετά την περίτεχνη «δέση» της πλοκής, ακολουθεί, με τρόπο που μοιάζει απόλυτα «φυσικός», η λύση. Διαθέτει, δηλαδή, έντονη και έκδηλη θεατρικότητα.
Πρώτη ύλη των έργων του είναι η αστική ζωή, αποτυπωμένη σαν σε παραμορφωτικό καθρέφτη. Κάτι που ώθησε ορισμένους σύγχρονους μελετητές να τον θεωρήσουν ως μακρινό πρόγονο του «θεάτρου του παραλόγου». Η εποχή του δεν τον έβλεπε, όμως, έτσι.
Ένας οξύς μελετητής του θεάτρου του, θέλοντας να τον υπερασπιστεί από την κατηγορία της «κενότητας», αντιτάσσει το «καλοχτισμένο» θέατρό του στο ανερχόμενο ρεαλιστικό και νατουραλιστικό της εποχής του με το επιχείρημα ότι «η ζωή είναι στην πραγματικότητα ασύμμετρη, αντιφατική, τυχαία και αποσπασματική, επομένως το θέατρο, ως μυθοπλαστική τέχνη, δεν πρέπει να τη 'μιμείται' τυφλά και μηχανιστικά προάγοντας το τυχαίο, το ασύμμετρο και το αποσπασματικό, καταστάσεις γνώριμες στον θεατή, που δεν ερεθίζουν τη φαντασία του. Ενώ ο Σκριμπ, αντίθετα, με την απόλυτη εποπτεία της λεπτομέρειας, με τον πλήρη έλεγχο των εισόδων - εξόδων από τη σκηνή των ηρώων, με την ακριβή 'επιμέτρηση' του μήκους κάθε σκηνής, πράγματα που δεν συμβαίνουν στον καθ' ημέραν βίο, προάγει τη ζωτική περιέργεια και, συγχρόνως, ευνοεί τις αιώνιες αξίες της τάξης, της καθαρότητας και της λογικής συνέπειας, που διέπουν το γαλλικό πνεύμα αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της παράδοσής του»! (Ρενέ Ντουμίκ: «Από τον Σκριμπ στον ΄Ιψεν», Παρίσι, εκδ. Περρέν, 1893).
Ο ίδιος μελετητής διακρίνει πολύ πρώιμα τη σχέση του «καλοχτισμένου» γαλλικού έργου με το ιψενικό θέατρο, κάτι που σήμερα γίνεται ευρύτερα αποδεκτό. Επισημαίνει, ανάμεσα σε άλλα, ότι, η «Αγριόπαπια» είναι το έργο του Λαμπίς :«Πρέπει να το πούμε;» ιδωμένο από έναν ξένο.
Ο ίδιος ο Ίψεν ομολογούσε ανοιχτά τις οφειλές του στο «καλοχτισμενο» γαλλικό έργο. Όντας υποχρεωμένος, ως νεαρός σκηνοθέτης στο θέατρο της Χριστιανίας, να ανεβάζει τρία με τέσσερα τέτοια έργα τον χρόνο, μαθήτευσε στην τεχνική τους. Μόνο που κάτω από το «χαλί» του αστικού σαλονιού τοποθετούσε μια βόμβα βραδυφλεγή, του ψυχωσικού πυρήνα των ηρώων, γεννήματος κυρίως της υποκριτικής, βόρειας, αστικής, προτεσταντικής ηθικολογικής διαπαιδαγώγησής τους, προορισμένη να εκραγεί στην ώρα της. Οδηγώντας τους ήρωες του «ελαφρού» γαλλικού έργου, διά της ψυχοπαθολογίας, στην τραγικότητα.
Έγραψα τον πιο πάνω μακρύ πρόλογο για να δείξω πόσο δύσκολη είναι στην πραγματικότητα η σκηνική εφαρμογή αυτού του θεωρούμενου ως «ελαφρού» είδους θεάτρου. Και πόσο δύσκολες ισορροπίες απαιτεί. Η παράσταση από τον Αναπτυξιακό Σύνδεσμο Δυτικής Αθήνας στο Ανοικτό Θέατρο Χαϊδαρίου του έργου του Σκριμπ «Ερωτική μονομαχία», σε σκηνοθεσία της Κερασίας Σαμαρά, στην κάπως «πειραγμένη», χωρίς λόγο, από τους «επιμελητές» άριστη απόδοση της δόκιμης μεταφράστριας Ιούς Μαρμαρινού, είναι μια «στρογγυλή», με την καλή σημασία του όρου, ζωντανή και ισόρροπη παράσταση.
Σε επιτυχημένο, γλυκόπικρο ύφος «εποχής», που ξεφεύγει από την κλασική κωμωδία - συνταγή, με καλούς ρυθμούς, με ωραία μουσική του Τάσου Καρακατσάνη, κοστούμια - σκηνογραφίες του Κώστα Βελινόπουλου, με το χαρισματικό τραγούδι της Κερασίας Σαμαρά, με στρωτές, δουλεμένες υποκριτικές.
Το «κάστινγκ» είναι άριστο, με το πρωταγωνιστικό γυναικείο ζευγάρι (Κερασία Σαμαρά και Βίκυ Μαραγκάκη) να αλληλοσυμπληρώνεται και να διαθέτει άριστη «χημεία». Ο πολυδύναμος Σαράντος Γεωγλερής αναπτύσσει αυτόνομα, πέρα από τους «σοβαρούς» του ρόλους, την κωμική (το έχω ξαναγράψει) «μπριλλάντε» φλέβα του. Ενώ ανταποκρίνονται θετικά στις απαιτήσεις του είδους οι Αλέξανδρος Ντάβρης και Μιχάλης Μαρκάτης.