Του Λευτέρη Καπώνη
Ήταν το 1964, αν θυμάμαι καλά... Ο πάγος του τρόμου είχε σπάσει κι εμείς δεκαοκτάχρονα επαρχιωτόπουλα ανοίγαμε πανιά για ταξίδια σε άλλες πολιτείες που δεν είχαμε φανταστεί. Στην αρχή ήταν τα τραγούδια του που μας έρχονταν από την Αθήνα. Είχαμε πια μπουχτίσει από τις καντάδες της προηγούμενης γενιάς. Μετά ήταν οι Λαμπράκηδες που φώτισαν την γκρίζα μιζέρια της επαρχίας.
Και μετά ήταν ο ίδιος ο Μίκης. Μια Κυριακή του Νοέμβρη γύρω στις έντεκα το πρωί έφτασε με το Ντεσεβό στην πλατεία του χωριού. Ήμουνα μόνος κι έπρεπε να τον υποδεχτώ. Όλοι οι αριστεροί λείπανε στο διπλανό χωριό. Είχαν πάει με τα πόδια αφού πέρασαν τον Αχελώο με μια μαούνα. Το χωριό μου δεν ήταν στο πρόγραμμα της περιοδείας. Ο Μίκης το είδε κι αποφάσισε να περάσει απέναντι. Έφυγε μπροστά και οι άλλοι τον ακολούθησαν. Μόλις τον χαιρέτησα με ρώτησε ποιο είναι το δικό μας καφενείο. Τον πήγα. Ένας παλιός μακρονησιώτης μάς έφτιαξε καφέ. Σε λίγο άρχισαν να φτάνουν οι δικοί μας και κάποιοι άλλοι που αψηφούσαν τον φόβο.
Άρχισε μια κουβέντα κι ο Μίκης ανάμεσά μας μίλαγε για τον καπνό, για τους εμπόρους, για την εκμετάλλευση των αγροτών. Σε λίγο η παρέα μου άρχισε να τραγουδάει τη "Μυρτιά" κι ο Μίκης καθιστός κουνούσε το χέρι του... Όταν έφυγε τον ξεπροβόδισε όλο το χωριό. Ακόμα και κάποιοι δεξιοί που ξύπνησε μέσα τους το φιλότιμο της φιλοξενίας.
Τον ξαναείδα στην Πειραιώς μετά από έναν χρόνο, στα γραφεία των Λαμπράκηδων. Δεν με θυμόταν. Όταν όμως του ανέφερα τα περιστατικά τα θυμήθηκε όλα. Τα χωριά, τη μαούνα, τους ανθρώπους. Δεν τον ξανασυνάντησα. Όμως δεν μου έχει λείψει γιατί είναι συνέχεια δίπλα μου. Με συντροφεύει στη χαρά και στη θλίψη. Στον ενθουσιασμό και στην περίσκεψη. Μα εσύ μικρό παιδί παλικαράκι φαρμάκωσες ετούτον τον καιρό. Συχνά πιάνω τον εαυτό μου να το ψιθυρίζει σε κάθε απώλεια, σε κάθε ματαίωση.
Τώρα που μετράω μισό αιώνα στην Αριστερά και συχνά το μυαλό ταξιδεύει σε αναμνήσεις και η μνήμη προσπαθεί να συγκροτήσει το νόημα των γεγονότων, αισθάνομαι πως η παρουσία του Μίκη σφράγισε την Αριστερά όσο καμιά άλλη. Και τη σφράγισε πληθωρικά, αισιόδοξα, μελαγχολικά σαν απόσταγμα της πολιτιστικής κατάθεσης ενός ανθρωπισμού που παλεύει να συγκροτήσει το πρόσωπό του που πολλές φορές θρυμματίζεται ανάμεσα στο αίσθημα και τον πολιτικό λόγο. Γιατί για όσους η Αριστερά είναι το διαρκές αίτημα της δικαιοσύνης, η μουσική του Μίκη συγκροτεί έναν κόσμο αγώνα που γίνεται προσωπικό βίωμα και που οι συνέπειες μετριούνται πάνω σε σώματα και ψυχές. Η μουσική του καταργεί τσιτάτα και ολομέλειες και γενικές αλήθειες κι αγγίζει το προσωπικό βίωμα που μετατρέπεται σε καθολικότητα. Κι αυτό είναι το μεγάλο όπλο του μύστη της τέχνης που αισθάνεται και λειτουργεί σαν προφήτης των απλών ανθρώπων. Ξέρω ότι η σχέση μας δεν θα τελειώσει ποτέ γιατί μαζί βρεθήκαμε στην άλλη Αριστερά που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης με ανοιγμένα κι αθάνατα φτερά.
Ο χώρος είναι μικρός για να μιλήσω γι' αυτό το μεγάλο ποτάμι που άρδευσε την ελληνική κοινωνία για μισό αιώνα. Γιατί ο Μίκης πέρασε πάνω από τον πολιτικό λόγο και δημιούργησε αυτό που οι λαοί έχουν ανάγκη πριν σκεφτούν πολιτικά.
Ο Μίκης δημιούργησε πολιτισμό απ' όπου πηγάζουν τα φαντασιακά προτάγματα γενεών και τώρα με το δημοψήφισμα που οι νέοι βγήκαν στους δρόμους αντάμωσαν πάλι τη μουσική του και την άπλωσαν το βράδυ της νίκης σε όλες τις πλατείες της χώρας.
Οι θεοί να σε προστατεύουν από τον χρόνο.