Του Λέανδρου Πολενάκη
Η δόκιμη θεατρική συγγραφέας μας Λεία Βιτάλη παρουσιάζει στο πανέμορφο «Αγγέλων Βήμα», στο πλαίσιο του φεστιβάλ διαρκείας ελληνικού έργου 2015 "Αγγέλων Βήμα", σε σκηνοθεσία της ίδιας, το καινούργιο της έργο με τίτλο: «Νύχτα στην Εθνική». Πρόκειται για ένα «έργο δρόμου», με πρωταγωνιστές παραπλανημένες, περιθωριακές «αμαρτωλές» ψυχές, το οποίο, σε πρώτη ανάγνωση, θυμίζει ανάλογα έργα του Βιρβιδάκη («Στην Εθνική με τα μεγάλα») και του Ποντίκα («Έστω»).
Δεν πρόκειται, όμως, μόνο γι' αυτό. Αν σκάψουμε λίγο κάτω από την επιφάνεια, διαπιστώνουμε ότι θέμα του έργου είναι η ρήξη του ονείρου με την πραγματικότητα, μέσα στη διχασμένη νεοελληνική κοινωνία, εν μέρει αμερικανοποιημένη και εν μέρει βαλκάνια, με τα οικεία τους σύνδρομα της «ενοχής» ή της «ντροπής» αντίστοιχα. Πρόκειται για ένα «σκεπτόμενο» έργο που θέτει οντολογικά προβλήματα. Η έννοια της «αμαρτίας», ως παράβασης ετερόνομων κανόνων ηθικής και αντίστοιχης μηχανιστικής τιμωρίας ή ως ελευθεριακής υπέρβασης των ορίων του ανθρώπου, ρήξης με την τυφλή μοίρα, εδώ συγκρούονται.
Οι αρχές, η «πρωτοπήμων άτη», το πρώτο, αν θέλουμε, φονικό που γεννά μια αλυσωτή έκρηξη βίας, έως την «κάθαρση», που είναι «η στερνή μας γνώση» (λαϊκή σοφία), έχουν τις ρίζες τους στο απώτερο παρελθόν, πηγάζουν από ένα ματωμένο συλλογικό γίγνεσθαι. Ποιος από τους ήρωες του έργου είναι αθώος, ποιος ένοχος; Ποιος ο θύτης, ποιος το θύμα; Αυτό το ερώτημα επιχειρεί να φωτίσει η συγγραφέας, υπό το πρίσμα του μεγάλου ελέου, αφήνοντας εν τέλει, σκόπιμα (πολιτική επιλογή), τον θεατή να αποφασίσει μόνος.
Πρόκειται για μια σύγχρονη ελληνική τραγωδία, με το έλλειμμα της φιλότητας (αγάπης) να δεσπόζει, που εκτυλίσσεται σε έναν χώρο ουδέτερο, μεταξύ φωτός και σκότους, ανάμεσα τον κόσμο των ζωντανών και στον κόσμο των νεκρών. Το έργο της δεν μας αφηγείται μια καθημερινή ιστορία και δεν είναι αυτό που λέμε «ρεαλιστικό». Η Βιτάλη, ως συγγραφέας εδώ, κάνει άλλη μια φορά την υπέρβασή της, αγγίζει πράγματα αδυσώπητα και σκληρά που μας πονούν, με μια γλώσσα θεατρική άμεση, γυμνή, χωρίς περιφράσεις.
Η συγγραφέας, ως σκηνοθέτης, φοβάμαι ότι «φοβήθηκε» το ίδιο της το έργο και δεν του επέτρεψε να πει όσα θα ήθελε. Η σκηνοθέτης επικράτησε της συγγραφέως και είπε τα δικά της. «Χειραγώγησε», κυριολεκτικά, σαν καλή μαμά, το έργο - παιδί της. Επέλεξε μια ρεαλιστική, σχεδόν φωτογραφική σκηνική γραφή, λίγο εντονότερη από όσο μπορούσε να αντέξει η ποιητική και συμβολική της φόρμα, επικεντρώνοντας στον βίαιο ρατσισμό. Κέρδισε, έτσι, σε εντυπώσεις, αλλά έχασε σε βάθος.
Οι ήρωές της έρχονται, όπως είπαμε ήδη, από πολύ μακριά, σύροντας πίσω τη βαριά, τυραννική προγονική τους «ουρά», ως ένα είδος σκιώδους τύψης για εγκλήματα που δεν διέπραξαν οι ίδιοι. Έχουν, άρα, ως «μύθο» κοινό την άχρονη ηλικία της ψυχικής τους καταγωγής, που η σκηνοθεσία άφησε αφρόντιστη εν μέρει, για να προβάλει προνομιακά την πληβειακή, περιθωριακή, τωρινή κοινωνική τους κατάσταση. Αν, όμως, το ασυνείδητο είναι, όπως λένε, μια «σκηνή θεάτρου», τότε, η θεραπεία, με ψυχανάλυση, των «ασθενών» της πρέπει να ολοκληρώνεται με την ανάλογη σκηνική «μεταβίβαση» του φόβου και του ελέου. Αλλά κάτι τέτοιο δεν κατορθώθηκε, στον βαθμό τουλάχιστον που αναμενόταν.
Πέρα από αυτά, στη δεδομένη πάντα ρεαλιστική σκηνοθετική γραμμή, η παράσταση είναι εντελής, λειτουργεί αποτελεσματικά και οι τρεις καλοί ηθοποιοί της παράγουν έργο. Η Μαίρη Νάνου χαράζει ανάγλυφη την ανδρόβουλη μάνα, ο Βασίλης Μπατσακούτσας πραγματώνει ολόγλυφο με δυνατές σφυριές λιθοξόου τον Ζάχο (γιος), και η πολυτάλαντη Ντομένικα Ρέγγου, με θαυμάσιο τραγούδι (ακορντεόν ο Χάρης Σταυρακάκης) και έντονη σωματικότητα, δίνει αδρά, σαν τανυσμένη χορδή τόξου, το φοβισμένο πλάσμα (Ρούντη) που αναμένει την ευκαιρία να αντεπιτεθεί. Ένα δεμένο υποκριτικό «τρίο» που εντυπώνεται στον θεατή.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια (Τόλης Τατόλας) είναι ομόλογα του έργου και της σκηνοθεσίας, οι λειτουργικοί φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη βοηθούν, τα άρτια τεχνικά και αισθητικά βίντεο (Νικόλας - Αύγουστος Γκέσκερ), άκρως χρήσιμα.