Του ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ
Ξημερώματα Δευτέρας θα μάθουμε εδώ στην Ελλάδα τους νικητές των φετινών Οσκαρ, των βραβείων της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, που απονέμονται στο Θέατρο Ντόλμπι στο Χόλιγουντ, με οικοδεσπότη της βραδιάς τον Νιλ Πάτρικ Χάρις.
Το "Birdman ή η απρόσμενη αρετή της αφέλειας" του Μεξικανού Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου είναι σίγουρα ανάμεσα στα φαβορί, με εννέα, συνολικά, υποψηφιότητες. Ο Μάικλ Κίτον υποδύεται έναν σταρ του κινηματογράφου, που έγινε κάποτε διάσημος ερμηνεύοντας έναν υπερήρωα, τον Birdman, τον άνθρωπο - πουλί. Τώρα η καριέρα του έχει πάρει την κάτω βόλτα, και ελπίζει πως με τη φιλόδοξη θεατρική παραγωγή που ετοιμάζει στο Μπρόντγουεϊ θα καταφέρει να "ζωντανέψει" την καλλιτεχνική του οντότητα. Ανεβάζει το "Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη" του Ρέιμοντ Κάρβερ...
Ο Ινιαρίτου κινηματογραφεί πυρετικά τον χώρο του θεάτρου, με την κάμερα να κινείται αδιάκοπα, με μια συναρμογή των πλάνων που κατατείνουν σχεδόν σε μονοπλάνο, για ολόκληρη την ταινία. Η προσπάθεια του ήρωα μοιάζει με αγχωτικό πήδημα στο κενό και σχεδόν οι πάντες είναι έτοιμοι να του το υπενθυμίσουν... Το "Birdman" είναι, συγκριτικά, η προσωπική μας προτίμηση, καθώς, όταν οι άνθρωποι του θεάματος αναμετρώνται με ειλικρίνεια και τόλμη με το "μοντέλο ζωής" που οι ίδιοι υπηρετούν, παράγουν έργα τέχνης που αντέχουν εντυπωσιακά μέσα στον χρόνο.
Το «Μεγαλώνοντας» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ (έξι υποψηφιότητες) είναι επίσης ένα από τα βασικά φαβορί και αποτελεί ούτως ή άλλως ένα κινηματογραφικό επίτευγμα, καθώς αναδεικνύει τον βασικό παρονομαστή της τέχνης τού σινεμά, τον χρόνο, παρακολουθώντας ένα αγόρι να μεγαλώνει, από τα 6 μέχρι τα 18 του χρόνια...
Ο "Ελεύθερος σκοπευτής" του Κλιντ Ίστγουντ (γράψαμε αναλυτικά στο φύλλο της περασμένης Πέμπτης) έχει έξι υποψηφιότητες και είναι μακράν η πιο εμπορική ταινία στη μεγάλη καριέρα του σκηνοθέτη της. Η ταινία εστιάζει στην ιστορία του Κρις Κάιλ, του πιο «θανάσιμου ελεύθερου σκοπευτή» στην ιστορία του αμερικανικού στρατού, με περισσότερες από 200 "εκτελέσεις" στον πόλεμο του Ιράκ. Πρωταγωνιστής (και παραγωγός) είναι ο Μπράντλεϊ Κούπερ. Είναι γεγονός ότι ο ήρωας του "Ελεύθερου σκοπευτή" βρίσκεται πολύ μακριά από την εποχή του επιθεωρητή Κάλαχαν, του ήρωα που έγινε δεύτερη περσόνα του Κλιντ Ίστγουντ. Ο Κάιλ, που αποκτά το παρατσούκλι "Θρύλος" για τη δράση του, δεν θα βγει ανέπαφος από το πεδίο του πολέμου. Κουβαλά πίσω στην πατρίδα και την οικογένειά του ψυχολογικές διαταραχές, ενώ θα βρει πρόωρο θάνατο από το χέρι ενός άλλου βετεράνου του πολέμου...
Το "The Grand Budapest Hotel" του Γουές Άντερσον, με εννέα υποψηφιότητες, μας μεταφέρει σε μια παράδοξη Ευρώπη του Μεσοπολέμου, σε ένα ξενοδοχείο των κεντροευρωπαϊκών Άλπεων.
"Το παιχνίδι της μίμησης" του Μόρτεν Τάιλντουμ (οκτώ υποψηφιότητες) βασίζεται στη ζωή του Βρετανού μαθηματικού, καθηγητή της λογικής και πρωτοπόρου των υπολογιστών Άλαν Τούρινγκ. Είναι ο άνθρωπος που κατάφερε να σπάσει τον κώδικα Enigma της ναζιστικής Γερμανίας, βοηθώντας τους Συμμάχους να νικήσουν, όμως τελικά βρέθηκε στο περιθώριο λόγω της ομοφυλοφιλίας του...
Το "Selma" της Άβα Ντιβερνέ, με μονάχα δύο υποψηφιότητες (καλύτερης ταινίας και τραγουδιού), εστιάζει σε μια "σελίδα" του αγώνα των Αφροαμερικανών για κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα κατά τη δεκαετία του '60, με τη μορφή του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ να κυριαρχεί.
"Η θεωρία των πάντων" του Τζέιμς Μαρς έχει στο επίκεντρο τον Στίβεν Χόκινγκ και "κατεβαίνει" με πέντε υποψηφιότητες (ξεχωρίζουν αυτές του Έντι Ρεντμέιν, που πρωταγωνιστεί, και της Φελίσιτι Τζόουνς, που υποδύεται τη σύζυγο του Χόκινγκ). Τέλος, το "Χωρίς μέτρο" του Ντάμιεν Σαζέλ είναι μια μικρή παραγωγή για έναν σπουδαστή της τζαζ και τον καταπιεστικό δάσκαλό του, που κέρδισε γρήγορα τις εντυπώσεις για το "νεύρο" του σεναρίου και της σκηνοθεσίας. Έχει πέντε υποψηφιότητες, όμως σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνεται η σκηνοθεσία του Σαζέλ.
Η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου δημιουργήθηκε τον Μάιο του 1927 και ξεκίνησε ως ένα είδος "αριστοκρατικού συνδικαλισμού" ελεγχόμενου "από τα πάνω", προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανερχόμενη εκείνη την εποχή επιρροή των συνδικάτων. Τα πρώτα βραβεία δόθηκαν στις 16 Μαΐου του 1929, σε μια κλειστή τελετή 250 ατόμων στο Blossom Room του ξενοδοχείου Roosevelt στο Χόλιγουντ, για ταινίες της περιόδου 1927 - 1928. Αγωνία για τους νικητές δεν υπήρχε, καθώς ήταν γνωστοί ένα μήνα πριν, από τις 18 Φεβρουαρίου, με την ανακοίνωση της θέσπισης των βραβείων. Η πρώτη ομιλούσα ταινία, το περίφημο «The Jazz Singer», αποφασίστηκε ότι δεν έπρεπε να συναγωνιστεί τις άλλες εξαιτίας της «ιδιαιτερότητάς» της, και της δόθηκε ειδικό βραβείο. Παρόμοιο ειδικό βραβείο δόθηκε και στον Τσάρλι Τσάπλιν για το αριστούργημά του "Το Τσίρκο" μιας και οι υπεύθυνοι της Ακαδημίας αποφάσισαν να... αφαιρέσουν το όνομά του από τις υποψηφιότητες στις κατηγορίες παραγωγής, σκηνοθεσίας, ερμηνείας και σεναρίου, φοβούμενοι ότι η τεράστια δημοφιλία του εκείνη την εποχή θα "στρέβλωνε" τον ανταγωνισμό. Από τότε ο Τσάπλιν εξελίχθηκε σε σταθερό πολέμιο των βραβείων της Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Το πρώτο Όσκαρ καλύτερης ταινίας στην ιστορία, εκείνη τη χρονιά, πήγε στο πολεμικό δράμα «Wings». Ίσως ακούγεται περίεργο, αλλά η "σκληρή" τάση των Ρεπουμπλικάνων από παλιά αντιμετώπιζε με καχυποψία το Χόλιγουντ, με κατηγορίες ότι είναι "φωλιά κομμουνιστών και Εβραίων". Πέρα από την προφανή υπερβολή, σημασία έχει ότι η Ακαδημία ουδέποτε έδειξε συμπάθεια για τις στρατευμένες "πατριωτικές" ταινίες των συντηρητικών, ακόμη και κατά την σκληρή περίοδο του μακαρθισμού - στις ευτράπελες εξαιρέσεις ανήκει η ταινία "Έγινα κομμουνιστής για το FBI" του 1951. Παρά το γεγονός ότι ήταν μια αντικομμουνιστική ταινία μυθοπλασίας, προτάθηκε για Όσκαρ ντοκιμαντέρ! Φυσικά δεν κέρδισε τίποτε... Σε γενικές γραμμές, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου προχώρησε στην αντίθετη κατεύθυνση, απονέμοντας Όσκαρ και σε διωκόμενους επαγγελματίες του Χόλιγουντ που είχαν μπει στη μαύρη λίστα και συνέχισαν να δουλεύουν με ψευδώνυμο. Ο θρυλικός Ντάλτον Τράμπο ("Ο Τζόνι πήρε το όπλο του") κέρδισε με ψευδώνυμο δύο φορές το Όσκαρ σεναρίου στα χρόνια που ήταν στη μαύρη λίστα, πρώτα με τις "Διακοπές στη Ρώμη" του Γουίλιαμ Γουάιλερ το 1954 και έπειτα, δύο χρόνια αργότερα, για τον "Γενναίο" που σκηνοθέτησε ο Ίρβινγκ Ράπερ.
Άλλη μια έκπληξη περίμενε τους "αμύητους" κατά τη βράβευση της ταινίας "Η γέφυρα του ποταμού Κβάι" το 1957: Το Όσκαρ για το σενάριο της ταινίας δόθηκε στον Γάλλο Πιέρ Μπουλ (από το μυθιστόρημα του οποίου είχε γίνει η διασκευή). Ο Γάλλος όμως δεν γνώριζε καν αγγλικά και δεν ήταν παρών στην τελετή για να παραλάβει το βραβείο του. Η δημοσιογραφική έρευνα που ακολούθησε αποκάλυψε ότι το όνομα του Πιέρ Μπουλ είχε χρησιμοποιηθεί για να καλύψει τη δουλειά δύο σεναριογράφων που ήταν στη μακαρθική μαύρη λίστα, του Μάιλ Γουίλσον και του Καρλ Φόρμαν.
Τα Όσκαρ ποτέ δεν προσπάθησαν να υπερβούν αυτό που είναι ή αυτό που αντιπροσωπεύουν για την κυρίαρχη στον πλανήτη βιομηχανία κινηματογράφου. Οι άνθρωποι του Χόλιγουντ, τοποθετημένοι "κατά παράδοση" στην Αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος, σήμερα αναβαπτίζονται σε έναν ιδιότυπο "διεθνισμό", καθώς το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της κινηματογραφικής βιομηχανίας προέρχεται πλέον από το εξωτερικό, και είναι αναγκασμένοι πλέον να λαμβάνουν υπόψη τους την οπτική των ανά τον κόσμο θεατών - πελατών τους πολύ περισσότερο από ποτέ.