Του Λέανδρου Πολενάκη
Στο πρώτο, νεανικό, πεζογράφημα του Γιώργου Χειμωνά («Πεισίστρατος») διαβάζουμε την ιστορία ενός νέου από καλή γενιά (Λεονάρντο), «που εχρίσθη ιππότης και παράτησε ξαφνικά τα πλούτη και τη θαλπωρή του γονικού του για να βγει στους δρόμους και να βρει το νόημα της ζωής». Δεν βρήκε «καμία χρήση του κόσμου καλή» και έφυγε από εμάς απαρηγόρητος...
Όποιον και αν αναγνωρίσουμε στην εικόνα αυτήν, είτε τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, είτε τον Δον Κιχώτη, είτε τον στερνό ιππότη Άμλετ, είναι ένα και το αυτό. Πρόκειται για έναν ιδιόρρυθμο πίνακα της «δύσθυμης Αναγέννησης», που από τη μία συλλαμβάνει τον κόσμο ως αντικείμενο αποκλειστικά προς χρήση και από την άλλη ανοίγει τον άνθρωπο, απροστάτευτο, στην προοπτική της «δύσθυμης Ιστορίας».
Ο Γιώργος Χειμωνάς βυθίστηκε ολοκληρωτικά στη χαμένη του Αναγέννηση, που, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, «φύσηξε απότομα επάνω από σφαγές λαών» και «αδιάφορη για τις σφαγές, σαν εξουσία δόξας θα παρουσιαστεί»... Για να αναδυθεί ένας «άλλος», αδιάφορος για την εξουσία της δόξας, με τη λάμψη στα μάτια, και να μας αφηγηθεί τα όσα είδε εκεί.
Τα επόμενα έργα του Χειμωνά, «Η Εκδρομή», το «Μυθιστόρημα», «Τα ταξίδια μου», «Ο γιατρός Ινεότης», «Ο γάμος», «Ο αδελφός», οι «Χτίστες», «Ο εχθρός του ποιητή», είναι μια οδυσσεϊκή «νέκυια» - χρονικό της συνάντησής του με τους προσφιλείς νεκρούς, τα χαμένα παιδιά μιας ματαιωμένης Αναγέννησης, ανάμεσα στους οποίους δεσπόζουν η Ηλέκτρα και ο Άμλετ, σαν ιδανικό ζευγάρι της πρωτεϊκής μοίρας - γραφής του. Στον Άμλετ, επανέρχεται ο Γ.Χ. σχεδόν εμμονικά, σε όλα τα έργα του αλλά και στη μετάφραση του πρωτοτύπου, προσπαθώντας με σισσύφειο μόχθο να τον απαλλάξει από το «ένδυμα» του μελαγχολικού και άβουλου πρίγκιπα, που του φόρεσαν οι λογοκρατούμενοι αιώνες, να τον αποκαθάρει από την εμβληματική του ρήση - ασφυκτικό προσωπείο: «καμία χρήση του κόσμου δεν είναι καλή».
Δεν είναι απολύτως βέβαιο αν πρόλαβε ο Γιώργος Χειμωνάς -παρότι προσωπικά πιστεύω, γνωρίζοντας μέρος του ανέκδοτου έργου του, ότι, ναι- να αντικρίσει ολοκληρωμένο, πλήρως αποκατεστημένο, το αναζητούμενο μυθικό και αυθεντικό πρόσωπο του Άμλετ, όπως αντανακλάται στα τελευταία του λόγια - υποθήκη στον σύντροφό του Οράτιο: «Εσύ πρέπει να ζήσεις και να δημιουργήσεις, για να δείξεις ποιος ήμουν».
Κατά τον διεισδυτικότατο αναγνώστη του έργου - Άμλετ, Αλμπέρ Καμύ, το πρόσωπο - Άμλετ εδώ προτρέπει τον ακροατή του σε δημιουργία διά της τέχνης, που είναι πλέον η μόνη «καλή χρήση» του μετα - αναγεννησιακού μας κόσμου.
Στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης δόθηκε μια σύνθεση αποσπασμάτων της πεζογραφίας του Χειμωνά από τον Κωνσταντίνο Χατζή, σε σκηνοθεσία και φωτισμούς του ίδιου, επιμέλεια κίνησης Χριστίνας Βασιλοπούλου, επιμέλεια χώρου - κοστούμια Κατερίνας Αθανασίου, βασισμένη κυρίως στον «Εχθρό του ποιητή», με τίτλο «Ο βασιλιάς της Ασίας».
Η σύνθεση είναι και τεχνικά καλή, δίνει ένα θεατρικό εργαλείο ικανό για το χτίσιμο της παράστασης, αλλά και επί της ουσίας φωτίζει καίρια την αμλετική - αρχαγγελική φύση του συγγραφέα. Η Λυδία Κονιόρδου δίνει το «όντως» της γραφής. Με την τεθλασμένη, παραμυθητική αντι - υποκριτική της, «χαίρει τοις μιμήμασιν» και ο Βαγγέλης Παπαδάκης με δυνατά πατήματα, «αντιφωνητής» της κρατάει το «ίσο». Με τη συμμετοχή (χορός) των Νικόλα Ιωακειμίδη, Ιωάννη Ντάσιου, Αλίκης Στενού, Νίκου Ψημίτη. Υπό τους παρηγορητικούς ήχους της μουσικής του Νίκου Ξυδάκη, παιγνιώδες σαξόφωνο, ζωντανό, ο Δημήτρης Χουντής.
Τα βίντεο, όσο καλά, ακόμη και με προίκα τους την αρτιότερη τεχνική, ως αυτόνομες ή σχολιαστικές παρεμβάσεις (εδώ, σκηνοθεσία της Κατερίνας Αθανασίου), δεν νομίζω ότι έχουν κάτι να προσθέσουν στον «αστρόπληγα» λόγο του Χειμωνά ή στον εικονόπληκτο οίστρο της Λυδίας Κονιόρδου.