Live τώρα    
«Μυστικοί αρραβώνες» του Ξενόπουλου στο Εθνικό / Από τη γραφή στη σκηνή
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Μυστικοί αρραβώνες» του Ξενόπουλου στο Εθνικό / Από τη γραφή στη σκηνή

Του Λέανδρου Πολενάκη

Ένα από τα σημαντικότερα έργα του σπουδαίου ρεαλιστή πεζογράφου Ξενόπουλου (αποτελούν άλλο κεφάλαιο τα θεατρικά του), είναι το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, «Μυστικοί αρραβώνες», όπου μας αφηγείται την ιστορία του «Νάσου» της «Θάλειας» και της «Καίτης»... Ένα ερωτικό τρίγωνο, με τη «νόμιμη» γυναίκα, την «παράνομη» και τον «αιώνιο άνδρα». Αυτή ακριβώς είναι η πρωτοτυπία του Ξενόπουλου, όταν, εδώ, στη θέση του παραδοσιακού «αιώνιου θήλεος» (όπως στον δικό του «Πειρασμό»), που «ανάβει πόλεμο» ανάμεσα στα αρσενικά και παραδίδεται στον νικητή, αντιπαραβάλελι τον «αιώνιο άνδρα». Που, όμως, δεν είναι ένας Δον Ζουάν - θηρευτής, αλλά ένα θήραμα, τρόπαιο της γυναίκας - κυνηγού.

Διακρίνουμε στο κατά Ξενόπουλο ερωτικό τρίγωνο κάποιους ιψενικούς απόηχους, όπως την «χαρά της ζωής» απέναντι στο «πένθος της απώλειας» (ο Ξενόπουλος υπήρξε, ανάμεσα στα άλλα, ένας διεισδυτικός αναγνώστης του μεγάλου Νορβηγού και μας άφησε ένα τουλάχιστον έξοχο δοκίμιο για τα δράματά του). Προσωπικά πιστεύω ότι το έργο είναι επηρεασμένο περισσότερο από το, κυρίαρχο στην εποχή, του κλίμα του ερωτικού Παλαμά. Αλιεύω, ανάμεσα σε άλλους, τους, νιτσεϊκής έμπνευσης παλαμικούς στίχους: «Εγώ είμαι απ' τη μεγάλη / φυλή του αρσενικού / που με πατεί το πόδι και του περιστεριού. / Εγώ είμαι απ' τη μεγάλη φυλή του αστενικού... ». Αυτό είναι το στίγμα του μυθιστορήματος, και από τέτοιους στίχους εκπορεύεται, ίσως, η όλη προβληματική του: πρόκειται για τη δημιουργική δύναμη του άνδρα που «τελειούται» εν αδυναμία. Μια άποψη κοινωνικά αιρετική, αλλά πολύ αληθινή και πολύ προσωπική, που εκτίθεται με τόλμη από τον συγγραφέα σε θέα κοινή. Τέτοιο είναι το «ήθος» του κεντρικού ήρωα, του «μποέμ» ζωγράφου της καλής κοινωνίας, Νάσου Ανάστη, τριγυρισμένου από απαιτητικές, δυναμικές, ενεργητικές γυναίκες (δεν είναι μόνο δύο), ανήμπορου - και απρόθυμου - να επιλέξει: αφήνεται παθητικά και ηδονικά στο μητρικό χάδι - κύμα τους. Ταυτόχρονα, ο Ξενόπουλος δίνει με μαύρες, αδρές, ρεαλιστικές, «ιψενικές» πινελιές, την εικόνα της ψευδώνυμης «ανώτερης» κοινωνίας, με τους κούφους εκπροσώπους της.

Η θεατρική διασκευή του Άκη Δήμου δεν βλέπει τον ψυχογραφικό, υπαρξιακό πυρήνα του μυθιστορήματος, που θα έπρεπε να είναι το «άλας» της θεατρικής του διασκευής. Με περιττές προσθήκες από άλλα κείμενα του Ξενόπουλου και με την προσθήκη γλυκόπικρων τραγουδιών, αλλοιώνει τη ρεαλιστική του φύση, μετατοπίζει τον άξονά του και το μετατρέπει το σε ένα ασήμαντο, ρομαντικό δραματάκι «σειράς». Οι ρόλοι συρρικνώνονται και οι χυμοί τους αποξηραίνονται. Σε αυτό το ελάχιστα «λογοτεχνικό» μυθιστόρημα που σφύζει από αληθινή ζωή, δεν βλέπουμε, στην θεατρική μεταγραφή του, ζώντα πλάσματα με σάρκα και αίμα, αλλά το λογοτεχνικό τους απείκασμα, κάποιες ισχνές «σκιές» τους.

Η σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη (κίνηση Κικής Μπάκα) ακολούθησε την ίδια οδό: δεν είδε βάθος, δεν είδε το «είναι» της αυθεντικής γραφής διάβασε το «φαίνεσθαι» της θεατρικής του διασκευής, πήρε τοις μετρητοίς τη ζωγραφισμένη ειδυλλιακά επιφάνεια, απέκλεισε το «μαύρο» χρώμα, και έδωσε αναλόγως το έργο. Σε ύφος νοσταλγικό, με χαρακτήρες μονοδιάστατους, από «χαρτόνι», χωρίς ίμερους ζωής. Στο αμήχανο κενό που προέκυψε, έμειναν ακάλυπτοι οι ηθοποιοί. Ο ΄Αλκης Κούρκουλος, η Μαρίνα Καλογήρου, η Δανάη Σκιάδη (πρωταγωνιστές), αποκλείστηκαν σκηνοθετικά από τον οιονεί τραγικό πυρήνα. Με όπλο τη στόφα τους (η τρίτη ιδιαίτερα), κολύμπησαν στα βαθιά και επέπλευσαν. Οι έμπειροι, Ντίνα Αβαγιανού, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Αλέξης Γεωργούλης, Ευδοκία Ρουμελιώτη, Αργύρης Παυλίδης, Δημήτρης Καραμπέτσης, Γρηγόρης Σταμούλης Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, αναζητούσαν και έβρισκαν λύσεις, «από περιουσίας». Οι νεότεροι, Δημήτρης Αλεξανδρής, Δημήτρης Γκοτσόπουλος, Ανδρομάχη Δαυλού, Κατερίνα Γιαμαλή, έχτιζαν κατά περίπτωση, με προσωπική τους κατάθεση και ευθύνη, το προφίλ των ρόλων... Μια υφολογία πολυσυλλεκτική, που δεν βοηθούσε, ασφαλώς, το σύνολο... Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάνω, απ' τους λεγόμενους «μικρούς» ρόλους, στις υποσχόμενες νέες ηθοποιούς Λίλα Μπακλέση (ενζενύ) και Αλεξία Μπεζίκη (τυπίστα) που έδιναν γερό στίγμα. Επισημαίνω, επίσης, το ωραίο χορευτικό, του ικανού Δημήτρη Καράλη και της νεαρότατης Ειρήνης - Ραλλούς Καρέλλα.

Στα κοστούμια (Έρση Δρίνη) έδωσε λύσεις η πλούσια ιματιοθήκη του Εθνικού. Το σκηνικό της ίδιας, δεν το κατάλαβα. Η μουσική (Θοδωρής Οικονόμου) ακολουθούσε το σκηνοθετικό σκεπτικό.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0