Του Λέανδρου Πολενάκη
Το «Ramona travel / η γη της καλοσύνης» (υπότιτλος: «Ένας αμανές για την Μπλανς Ντυμπουά»), της Γλυκερίας Μπασδέκη, είναι ένα άκρως ενδιαφέρον -και φιλόδοξο- κείμενο που επιχειρεί κάτι εντελώς καινούργιο στη νεοελληνική δραματουργία: να συνδέσει, μέσα από το λαϊκό τραγούδι, δημώδες και αστικό, τα δύο ξεχωριστά κομμάτια του νεοελληνικού γίγνεσθαι, το Δυτικό / συσσωρευτικό και το Ανατολικό / μυητικό. Ένα ιστορικό ρήγμα που διαχύθηκε άμικτα στα πρόσωπα και ακόμη γεννά ισχυρές περιοδικές σεισμικές δονήσεις. Η συγγραφέας συμπράττει με το ακραίο, θέλοντας να δείξει κάτι ανέκαθεν αυτονόητο στα δικά μας μέρη, που σήμερα έχει σχεδόν ξεχαστεί: την καθημερινή φύση της τελετουργίας. Με όχημα την περιπλανώμενη περσόνα μιας ρεμπέτισσας θηλυκής ψυχής (Ramona), η οποία διατρέχει με λεωφορείο, σαν άλλη «Μπλανς Ντυμπουά», τον ελληνικό Βορρά, μα και την νεότερη ελληνική Ιστορία με τα ανεξαγόραστα παλαιά ή νωπά κρίματα - αίματά της, σε αναζήτηση της χαμένης νεότερης «αδελφής» της, παντρεμένης με έναν βάρβαρο, άξεστο ξένο άνδρα, έναν «Βούλγαρο» μετανάστη. Τοποθετώ εντός εισαγωγικών το «Βούλγαρος» για να τονίσω το συμβολικό της ονομασίας που, ειρωνικά, παραπέμπει στο εντόπιο συλλογικό ασυνείδητο με τις γνωστές προκαταλήψεις απέναντι στον βαρβαρικό και «ξένο». (Στο έργο του Τέννεση Ουϊλλιαμς ο αντίστοιχος «πρωτόγονος» ήρως είναι Πολωνός μετανάστης.) Εδώ τελειώνει η περιπλάνηση της Ramona στα άνυδρα τοπία του «αμερικάνικου όνειρου» και αρχίζει το βαθύ, κάθετο, μυητικό ταξίδι σε αχαρτογράφητες περιοχές της βαλκανικής ψυχής. Ο υπότιτλος του έργου δεν είναι ειρωνικός, φωτίζει αντιστικτικά δύο ημισφαίρια τού Είναι.
Πρόκειται για μια άχρονη, διαρκή, καθαρτήρια τελετή εθελούσιας θυσίας ενός "εξιλαστήριου θύματος», ενός «ξένου» που είναι εν τέλει «δικός μας», με σκοπό την εκ νεκρών ανάσταση και το ξαναβλάστημα της ζωής. Παίρνοντας τη μορφή μιας ρεαλιστικής, άγριας θεατρικής αναπαράστασης, που βυθίζεται στα άδυτα του ομαδικού ασυνείδητου και αγγίζει, σαν μέσα σε καθρέφτη ονείρου, πράγματα τρομερά και αδυσώπητα, για τα οποία σπανίως μιλάει κανείς. Ένα καθαρό κομμάτι «θεάτρου βαρβαρότητας», με τον τρόπο του Αντονέν Αρτώ ή του Βάγιε - Ινκλάν, με αφομοιωμένες ελληνικές επιρροές από Μάριο Ποντίκα («Έστω»), Γιάννη Θωμά («Απ' το χιόνι»), Θόδωρο Αγγελόπουλο («Θίασος»). Η συγγραφέας εστιάζει τον μεγεθυντικό φακό της στο απόστημα της υπαρξιακής και κοινωνικής πληγής, προτείνοντας μια ομοιοπαθητική κάθαρση των παθημάτων, αναζητώντας το θαύμα στην αναβάπτιση της βαλκανικής ψυχής μέσα στο αδιαίρετο, ατίμητο και ανεξαγόραστο αυθεντικό λαϊκό τραγούδι, φρέαρ αστείρευτου ύδατος, που εμπεριέχει ως βίωμα θάνατο και ανάσταση, αίροντας, όχι διαλεκτικά, αλλά τραγικά, την αντίφαση φωτός και σκότους. Θα μπορούσα να επεκταθώ σε μια ψυχαναλυτική ερμηνεία, αλλά ο χώρος δεν αρκεί και περιορίζομαι στα πιο πάνω.
Η παράσταση των «Bijoux de Kant», σε ομότροπη με το έργο σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη (κίνηση Τάσου Καραχάλιου), στο «Θέατρο της οδού Κυκλάδων» (πρωτοπαίχτηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών), συλλαμβάνει τη διττή φύση του έργου, συνδυάζοντας σε τόνους σκληρούς, αλλά δίκαιους, τον καθημερινό ρεαλισμό με το όνειρο, το «λευκό» της αμερικανίδας «Μπλανς» με το βαλκάνιο «πυρωμένο λευκό» του «Αγγέλου» (Γιώργος Σεφέρης). Έχοντας κάνει βίωμα την άρρηκτη, οργανική και λειτουργική, σχέση της Τραγωδίας με το γυμνό τραγούδι. Μια παράσταση, όχι στολισμένη με τραγούδια, αλλά που τραγουδάει, με ρυθμούς που κόβουν την ανάσα και ρόλους παλλόμενους. (Περιττή και μάλλον επιζήμια θεωρώ τη μίμηση «βόρειας» εκφοράς του λόγου, που θόλωνε το τοπίο.) Η Καριοφυλλιά Καραμπέτη, κορυφαία μιας άτυπης τραγωδίας, στήνει με το έξοχο τραγούδι και με το αδρό της σώμα μια συμπαγή, ρωμαλέα φιγούρα τρομερής -και σπλαχνικής- αρχαϊκής «θεάς των όφεων», γεμάτη θραύσματα αιχμηρά συλλογικής και ατομικής μνήμης. Η πολύ νέα Λένα Δροσάκη στέκει έκτακτα δίπλα της, παίζει εκπληκτικά με τα μάτια, φτιάχνει μια άρτια, ρέουσα υπνοβατούσα, μεταβατική μορφή. Ο Δημήτρης Μοθωναίος δίνει αυτόφωτα τον «κοιμώμενο» γιο και ο Κρις Ραντάνωφ με εκλεκτή ταυτοπάθεια τον σκληρό, αλλά ευάλωτο «ξένο». Στο ακορντεόν ο δεξιοτέχνης Βασίλης Ζιάκας.
Σκηνογραφία (Γ. Σκουρλέτης, Δήμητρα Λιάκουρα, Περικλής Προβήτας), φωτισμοί (Χριστίνα Θανάσουλα), μουσική (Κώστας Δαλακούρας), συγκλίνουν όλα σε ένα.