Του Λέανδρου Πολενάκη
Ο Παύλος Μάτεσις εμφανίστηκε σαν κομήτης στα νεοελληνικά γράμματα, σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να γιατρέψει τις πληγές της από τη δεκαετή περιπέτεια της κατοχής και του εμφυλίου, μέσα στο «παράλογο» κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, λίγο πριν από τη μαύρη δικτατορία των συνταγματαρχών, όπου κυριαρχούσαν ακόμη ως τέχνη μαζική ο ελληνικός «λαϊκός» κινηματογράφος και το ελαφρολαϊκό θέατρο, τα προϊόντα του οποίου κατέληγαν πάντα σε ένα «παρά φύσιν», αδόκητο σεναριακά και θεατρικά, βεβιασμένο «αίσιο τέλος». «Για να μην πικράνουμε άλλο τον ήδη πικραμένο κόσμο», μου έλεγε ο αείμνηστος Ασημάκης Γιαλαμάς, αυτουργός πολλών τέτοιων σεναρίων και θεατρικών έργων.
Λίγοι είχαν το θάρρος να πάνε κόντρα στο ρεύμα, και το πλήρωσαν ακριβά. Ήθελε, πράγματι, «αρετήν και τόλμην» για να αψηφήσει κάποιος, τόσο ανοιχτά, με χιούμορ βιτριολικό, όπως ο Παύλος Μάτεσις, την αδήριτη νεοελληνική πραγματικότητα. Για να χλευάσει την κούφια σοβαροφάνεια της μικρομέγαλης, αρχοντοχωριάτικης, υπηρετικής, ξενόδουλης αστικής τάξης που μας έφερε όπου μας έφερε.
Θέλω να πω με τα πιο πάνω ότι το ένδυμα του «παραλόγου» ήταν απλώς ένα προσωπείο, ώστε να μπορέσει ο συγγραφέας να μιλήσει ελεύθερα για όσα βάραιναν την ψυχή του, «βγάζοντας γλώσσα», σαν μικρό παιδί που έχει τρομάξει με όσα βλέπει, στον ίδιο το θάνατο. Με «παράλογα» έργα, όπως η «Τελετή», «Το φάντασμα του Κυρίου Ραμόν Νοβάρο», η «Βιοχημεία», αιφνιδίασε πρώιμα την εφησυχάζουσα νεοελληνική συνείδηση, θέλοντας να την ξυπνήσει από το όνειρο του «καλού γάμου», της «καριέρας» και της με κάθε μέσον κοινωνικής ανόδου. Άλλο ζήτημα αν ο όρος «θέατρο του παραλόγου» λειτούργησε εν τέλει ως ένα ακόμη βολικό ζωτικό ψεύδος και μια ετικέτα ευκαιρίας που «φοριόταν» πια σε πλείστα όσα προϊόντα, εισαγωγής κυρίως, εξ εσπερίας.
Ο Μάτεσις το κατάλαβε αυτό εγκαίρως και θέλησε να πάει πιο πέρα, με τα μυθιστορήματα και με τα ύστερα θεατρικά του έργα: από την άρνηση στην κατάφαση. Στον «Παλαιό των ημερών», στη «Μητέρα του σκύλου», στον «Περιποιητή φυτών», στο «Προς Ελευσίνα» κυρίως, το «παράλογο» μεταβάλλεται δραματικά από προσωπείο και πρόσχημα σε ουσία και πάθος. Το παράλογο και μάταιο του κατά Μάτεσιν βίου βρίσκει την ώρα του, γίνεται ωραίο. Η ανίερη θεατρική «Τελετή» μεταβάλλεται σε εν δυνάμει τελετουργία. Η «Εξορία» γίνεται νόστος, το ιερό και το βέβηλο, η ζωή και ο θάνατος ως αδιαίρετο όλον, συναντώνται.
Γράφει ο ίδιος χαρακτηριστικά: «Υπάρχει ανάγκη του ανθρώπου για θαύματα. Η απαίτησή του να θαυματουργήσει ανταγωνιζόμενος τις ανώτερες δυνάμεις. Το βαθύχρωμο, αγριεμένο ελληνικό ασυνείδητο. Σκοτεινό, επαναστατικό και επαναστατημένο. Η ωραιότης αγρίων κατορθωμάτων που τα επιθυμείς αλλά δεν τα αποτολμάς, η απαίτηση του Έλληνα να νικάει, να διεκδικεί ύψος και εύρος Θεού σε ένα έργο που επιφανειακά μόνο έχει σχέση με τις θρησκείες. Η ελληνική δίψα όχι για την καθημερινή αλλά για τη 'γιορτινή' πραγματικότητα. Το ελληνικό αίτημα η ζωή να γίνεται προσφορά, γιατί αλλιώς γίνεται βάρος».
Μακάρι να θυμόμαστε την υποθήκη αυτή του Μάτεσι στη φάση που περνάμε.
Στο θέατρο του Άλσους Βεΐκου, η ακούραστη Δημοτική Θεατρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Κωτσή (σκηνική επιμέλεια του ίδιου, μουσική επιμέλεια, ωραίες χορογραφίες της Τζένης Ζαρουλέα), δίνει, με τους ημιεπαγγελματίες ηθοποιούς της (μια επίδειξη της δουλειάς που γίνεται στα πλαίσια του θεατρικού εργαστηρίου), μια εύσχημη εκδοχή της πρώιμης, ματεσικής «Τελετής», που εμπεριέχει εν σπέρματι όλα τα στοιχεία του ώριμου Μάτεσι, μιας πικρής σάτιρας του ελληνικού μικροαστισμού. Όπου μερικές ορνιθόμυαλες εξαδέλφες προσπαθούν να προετοιμάσουν την κηδεία της αγαπημένης τους θείας... και γίνεται το «έλα να δεις».
Η σκηνοθεσία διατηρεί και επαυξάνει το σκωπτικό, ανατρεπτικό πνεύμα του έργου («Μαύρη κωμωδία»). Είναι μια χυμώδης, άκρως διασκεδαστική παράσταση, όπου, μέσα στην ωμότητα των καταστάσεων, ξεχειλίζει ένα πικρό χιούμορ. Ξεχώρισα την Τζένη Ζαρουλέα, που είναι μια ολοκληρωμένη ηθοποιός και δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο ως μείγμα σοβαρότητας - γελοιότητας. Δίπλα της οι Βιβή Σοϊλέ, Ματίνα Γεωργακοπούλου, Ευαγγελία Κληρονόμου, Κυριακή Τζιώτη, Βασίλης Χίμπαν και Βαγγέλης Παπαγεωργίου (ξεκαρδιστικό δίδυμο), Κατερίνα Κυπραίου («διαμαντάκι»), Σοφία Ανδρεάδη, Μαριλένα Μίχα και Νέλλη Βλαχοπούλου συνθέτουν ένα αξιοπρόσεκτο σύνολο.