Μια ιδιαίτερα έξυπνη, όμορφη κοπέλα της «καλής κοινωνίας» της Πάδουας πλήττει αφόρητα με τα ανόητα, ασήμαντα, ανυπόφορα αρσενικά που την περιτριγυρίζουν... ως γαμπροί, και με τη γλοιώδη συμπεριφορά τους... Για να διασκεδάσει λίγο την ανία και την αηδία της... γίνεται παράλογα κακότροπη, επιθετική, «κακιά», μια διαβόητη αντροδιώχτρα στρίγγλα, που και μόνο το άκουσμα του ονόματός της σκορπά τον πανικό σε ολόκληρη την πόλη... Μέχρι να βρεθεί μπροστά της ένα πρόσωπο του άλλου φύλου με αντίστοιχα «προσόντα», που θα κινήσει πρώτα τη γυναικεία της περιέργεια (Ποιος είναι αυτός που διαφέρει;) και μετά το γυναικείο αίσθημά της. Κάθε πράγμα στη σειρά του, πρώτα το μυαλό, ύστερα η καρδιά της γυναίκας. Ώς την τελική, αμοιβαία αναγνώριση των δύο.
Αυτήν την ιστορία μιας διηγείται ο Σαίξπηρ στην κωμωδία, «Το Ημέρωμα της Στρίγγλας». Ορισμένες ακραίες φεμινίστριες ισχυρίζονται ότι ο Σαίξπηρ κηρύσσει εδώ ως ιδανικό... την τυφλή υποταγή της γυναίκας στον άνδρα και απορρίπτουν το έργο... ως φαλλοκρατικό. Ας το διαβάσουν πιο προσεκτικά, πρώτα με το μυαλό και ύστερα με το αίσθημά τους... μιμούμενες την ηρωίδα του, την Κατερίνα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για «θέατρο μέσα στο θέατρο» (υπάρχει ο πρόλογος, που συνήθως παραλείπεται στις σύγχρονες παραστάσεις) και για ένα παίγνιο σκηνικό, στο οποίο μένει σκοπίμως αδιευκρίνιστο ποιος, εν τέλει, δαμάζει ποιόν: ο άνδρας με το παραπλανητικό προσωπείο του «δαμαστή», υποτάσσει την ανυπότακτη γυναίκα ή η γυναίκα με το παραπλανητικό προσωπείο της «δαμαζόμενης» υποτάσσει προκαταβολικά τον υπερόπτη επίδοξο άνδρα δαμαστή της; Το ίδιο το ερώτημα είναι παραπλανητικό, επειδή πάνω από τους ρόλους... υπερίπταται ο έρωτας. Ο άντρας και η γυναίκα κοιτάζονται από την αρχή στα μάτια, κατ' ευθείαν, όχι σαν μέσα σε καθρέφτη. Αυτό κυρίως ενδιέφερε την παράσταση με την ομάδα Teatro, στο αίθριο του «Ελληνικού Κόσμου», και το έδωσε, με πρωτότυπο, ενδιαφέροντα τρόπο.
Η σκηνοθεσία της Φωτεινής Μπαξεβάνη (κίνηση Σταύρου Λίτινα) μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, δραματουργική επεξεργασία Γιάννη Σκαραγκά), είναι καθαρή και συγκεκριμένη. «Βλέπει» το έργο καταπρόσωπο, κοιτάζει τους ήρωές του στα μάτια, δίχως ιδεολογικές ή άλλες παρωπίδες, μπαίνει πρόθυμα στο παιχνίδι της αμφισημίας των ρόλων και των φύλων, στο ανακάτεμα της τράπουλας που είναι το κλειδί της γοητείας αυτής της ανορθόδοξης κωμωδίας. Μια παράσταση λαϊκή, όχι λαϊκιστική, σοβαρή, όχι σοβαροφανής, εύληπτη, πηγαία και διασκεδαστική, δοσμένη σε ύφος ενιαίο «πεποιημένης φυσικότητας» με γνώμονα την ίδια τη φύση του έργου, που «κατεβαίνει» σε ένα ευρύ κοινό. Το εύρημα του τέλους, οι άνδρες γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες, να αναγγέλλουν αμοιβαία τη «νίκη» τους, έξοχο.
Η «Στρίγγλα» της Κατερίνας Λέχου είναι ένα κατόρθωμα δημιουργικής σύνθεσης. Με κάθετο σώμα και με οριζόντιο βλέμμα λαβωμένης από απρόβλεπτο έρωτα γυναίκας, γεμάτο απορία γι' αυτό που της συμβαίνει, πλάθει με ζώσα ύλη έναν σταυρό που ενώνει τα δύο της κομμάτια σε ένα.
Ο Τάσος Ιορδανίδης είναι ένας ωραίος, «σκεπτόμενος» Πετρούκιος με εκρηκτικές στιγμές και μόνιμο, αινιγματικό, αρχαϊκό μειδίαμα Κούρου. Η Σοφία Φαραζή (Μπιάνκα), απλή, με παρουσία και ουσία. Ο Θοδωρής Κατσαφάδος χτίζει τον «πατέρα», Σιόρ Μπατίστα, χειροποίητο, με στέρεα, παραδοσιακά υλικά τεχνίτη πέτρας. Ο Αντίνοος Αλμπάνης (Λουκέντιος) «μέσα» σε αυτό που κάνει. Ο Άγγελος Μπούρας ένας «πλήρης» Τράνιος. Οι Παναγιώτης Παναγόπουλος (Γκρούμιο, Ιερέας), Δημήτρης Διακοσσάβας (Γκρέμιος, Ράφτης, Βικέντιος) αυθεντικά κωμικοί. Ο Ευθύμης Ζησάκης (Ορτένσιος), και η Τερέζα Γριμάνη με έντονο υποκριτικό στίγμα (Χήρα, υπηρέτρια, μαγείρισσα), αληθινά ταλέντα, που υπόσχονται. Οι στίχοι των τραγουδιών του Οδυσσέα Ιωάννου «έρχονται» ωραία και η καλή μουσική του Θάνου Μικρούτσικου «στέγει» το όλον. Με τα καλά σκηνικά (Σταύρος Λίτινας), τα γιορταστικά κοστούμια (Πάνος Αλμπάνης).