Στον απόηχο των παραστάσεων, αμερικανικών και αθηναϊκών, της όπερας του Μασνέ Βέρθερος, η αλληλουχία των δορυφορικών μεταδόσεων από τη Μετροπόλιταν Όπερα επιφύλασσε μια ακόμη χριστουγεννιάτικης θεματικής παρουσίαση, έστω και σε προπασχαλινό πλαίσιο. Ο λόγος για την αειθαλή όπερα του Giacomo Puccini (1858-1924) Μποέμικη ζωή [La bohème (1896), παρεμπιπτόντως ομοιότιτλη ελαφρώς νεότερης (1897) του Rugg(i)ero Leoncavallo (1857-1919) και πάντως διακριτέα από τη θαρθουέλα Bohemios (1904) του Amadeo Vives (1871-1932), αλλά και την οπερέττα Μποέμικη αγάπη (1926) του Νίκου Χατζηαποστόλου (1884-1941)], έργο που πάσχει από τη συνεχή ανέμελη αναβίωσή του, παρά τις αναντίρρητες μουσικές και υποκριτικές απαιτήσεις του. Για την ίδια τη Met, η επιτυχία, εισπρακτική και κοινού, διαιωνίζεται μέσα από τη συνεπώς επανερχόμενη, κυριολεκτικά αναντικατάστατη παραγωγή (1981) του Franco Zeffirelli (γεν. 1923), που συνδυάζει μεγαλειωδώς την ιδιωτικότητα της παριζιάνικης σοφίτας των νεαρών μπατίρηδων και των κοριτσιών τους με την αχαλίνωτη φαντασμαγορία της 17λεπτης δεύτερης εικόνας. Εδώ, το εορταστικό Café Momus μετατρέπεται σε μνημειακών διαστάσεων ευκαιρία αναπαράστασης ενός μυθικού Παρισιού του 1ου Αrrondissement, με εκατοντάδες χορωδούς και κομπάρσους επί σκηνής, όλους μοναδικά ενδεδυμένους και με ποικίλες σκηνικές αποστολές σε ένα πανδαιμόνιο χαράς, νευρωτικής όσο και άρρηκτα συνδεδεμένης με το δράμα της μοιραίας ανέχειας που θα καθορίσει το πεπρωμένο των νέων μας και των αυτοσχέδιων και εξίσου σπασμωδικών ερώτων τους.
Μια παραγωγή αυτής της αντοχής παρουσιάζει, φυσικά, την πρόκληση της σύγκρισης επιγενόμενων πρωταγωνιστών με θρυλικούς προκατόχους τους. Όποιος επανέρχεται, λοιπόν, στη διδασκαλία του Τζεφιρέλι ανακαλεί αυτόματα και αναπόφευκτα τον ολόδροσης ερμηνευτικής γενναιοδωρίας Ροδόλφο του νεαρού Χοσέ Καρέρας, τη μυριόχρωμη Μουζέτα της Ρενάτα Σκότο, αλλά και την κυριολεκτική ενσάρκωση της Μιμής από την πελιδνή Τερέζα Στράτας, με την απορία του αδόκητου θανάτου στα τεράστια εύγλωττα μάτια και την τόσο χαρακτηριστική για την κρητικής καταγωγής καλλιτέχνιδα αδυναμία της να «εξέλθει» του ρόλου, προκειμένου να δρέψει τις ουρανομήκεις επευφημίες ενός θεάτρου παραληρούντος από τη μέθεξη (παράσταση της 22/10/1983, DG 0734539).
Με αυτά τα ιστορικά δεδομένα, αρκετοί από τους προσελθόντες στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» (5/04/2014) είχαμε επενδύσει στο νεοϋορκέζικο ντεμπούτο της νεαρής Anita Hartig, της οποίας το ερμηνευτικό δείγμα από την άρια της Μιμής μάς είχε προσφερθεί ως δέλεαρ στο διάλειμμα της προηγούμενης προβολής. Φευ για την ίδια, η ασθένεια της 31ετούς Ρουμάνας προσπόρισε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει το ντεμπούτο της στον συγκεκριμένο ρόλο μια παλαιά γνώριμη του αθηναϊκού κοινού, η Λεττονή υψίφωνος Kristine Opolais (εγγονή Έλληνα από τη μητρική πλευρά!), μία από τις διορατικές μετακλήσεις του εισέτι αναντικατάστατου στην ΕΛΣ Ηλία Τζεμπετονίδη. Τότε (2007), η καλλονή Οπολάις είχε κατακλύσει με χρυσούς ήχους την αίθουσα «Μαρία Κάλλας» της οδού Ακαδημίας ως Τόσκα, ενώ και η πρώτη Μιμή της στο matinée της Met προσέλαβε διαστάσεις ρεκόρ, αφού ακολούθησε, με μόλις τρίωρο ύπνο, τον βαρύ ρόλο της Μπατερφλάι που η ίδια είχε «σηκώσει» το αμέσως προηγούμενο βράδυ στην απαιτητική αυτή αίθουσα. Σύζυγος πλέον του διάσημου αρχιμουσικού Άντρις Νέλσονς, η Οπολάις διαθέτει ήδη το status διασημότητας και ο βαγκνερικών φιλοδοξιών ήχος της δικαίωσε την άποψή μας ότι ο ρόλος της νεαρής ράφτρας δεν αρμόζει σε αναιμικού όγκου φωνές. Την ίδια στιγμή, όμως, η ανωνυμία της εκφοράς του κειμένου μάς θύμισε ότι στην ίδια αυτή σκηνή τη Μιμή έχουν επωμισθεί μ.ά. η εκφραστικά φθισική, αλλά με εξοπλισμό εξαγγελίας Licia Albanese, που γιόρτασε τα 101 της στις 22 Ιουλίου, και η μεγαλειώδης Renata Tebaldi, όχι πάντοτε τονικά ανεπίληπτη, αλλά με μεγαλειωδώς ενσωματωμένο το πουτσίνειο ήθος στον εκφραστικό ιστό της (το 2014 συμπληρώνονται ήδη 10 χρόνια από τον θάνατό της και στο Μπουσέτο εγκαινιάστηκε στις 26 Ιουνίου μουσείο στη μνήμη της μεγάλης αυτής soprano pesarese). Η παρουσία της Οπολάις ως Μιμής, πάντως, επηρέασε τις ισορροπίες με τον φωνητικά εύθραυστο νεανικό Ροδόλφο του Vittorio Griggolo, καλλιτέχνη που εξάγνισε με την ιταλοπρέπεια της εκφοράς την απόσταση από την ανάμνηση των ιλιγγιωδών προκατόχων του. Σημαντική υπόσχεση κατέγραψε η Αμερικανίδα Μουζέτα της Susanna Phillips, υγιής, ευφάνταστη, με ετοιμότητα να αναλάβει διακινδυνεύσεις που θα ενισχύσουν την απήχηση των χαρισμάτων της. Κατά τα λοιπά, η παρέα των «Μποέμ» στελεχώθηκε από το διεθνές απόθεμα επαρχιακού επιπέδου υπό τη συμπαθή διεύθυνση του Stefano Ranzani, που διαθέτει εμπειρία προσαρμογής στους τραγουδιστές του. Όταν όμως ο θάνατος της Μιμής δεν φέρνει έστω φευγαλέο δάκρυ, τότε κάτι έχει αστοχήσει...