Ο «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή θέτει απ' την αρχή στον Έλληνα θεατή ένα δύσκολο δίλημμα.
Έχουμε απ' τη μία το «εθνικό μας πρότυπο», τον «ρεαλιστή» Οδυσσέα, προικισμένο με όλες τις ιδιότητες του «ανθρώπου της πράξης»: πολύστροφος, πολυμήχανος, αλλά συγχρόνως διπρόσωπος, αδίστακτος, φιλόδοξος, δόλιος, ψεύτης, που μεταχειρίζεται κάθε μέσο, απάτη, βία, και περιφρόνηση για να πετύχει τον σκοπό του, στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποσπάσει από τον λαβωμένο, προδομένο από εχθρούς και φίλους, παντέρημο, εγκαταλελειμμένο, εξόριστο στην έρημη, ακατοίκητη Λήμνο Φιλοκτήτη το μόνο μέσο που διαθέτει για να επιβιώσει: το αλάθητό του τόξο, δώρο του Ηρακλή. Επειδή ο χρησμός το είπε ξεκάθαρα: χωρίς το τόξο του Φιλοκτήτη η Τροία δεν πέφτει.
Έχουμε, απ' την άλλη μεριά, τον άκαμπτο σχεδόν δογματικά Φιλοκτήτη, που βάζει πάνω από την ίδια τη ζωή του την τιμή και την αξιοπρέπεια. Έχουμε, τέλος, τον νεαρό «ιδεαλιστή» Νεοπτόλεμο, άνθρωπο της σκέψης, όχι της πράξης, δηλαδή εξ ορισμού διστακτικό, που ο Οδυσσέας χρησιμοποιεί ως δόλωμα για να εξαπατήσει τον Φιλοκτήτη. Ο άγουρος γιος του Αχιλλέα διχάζεται ανάμεσα στο καθήκον, που τον ωθεί να υπακούσει τον Οδυσσέα, και στο προσωπικό του φιλότιμο, την ανήσυχη συνείδησή του, που το απαγορεύει. Ο Νεοπτόλεμος είναι η «παλίντονος αρμονίη» της χορδής του βίου (το τόξο), κατά τον Ηράκλειτο. Προς τα πού θα κλίνει; Ο Σοφοκλής δεν σπεύδει να δώσει απάντηση από την αρχή. Με συνεχείς ανατροπές και με ανεπίληπτη θεατρική γεωμετρία, οδηγεί το έργο στην προδιαγεγραμμένη του έκβαση. Η βούληση του Δία θα επικρατήσει και θα έρθει στο τέλος, με τη μορφή του Ηρακλή, αρωγός του δίκαιου και της αρετής, σωτήρας της Τραγωδίας, την κρίσιμη ακριβώς στιγμή, για να στηρίξει τον Νεοπτόλεμο, που, έχοντας περάσει αυτήν τη γενναία δοκιμασία, ωριμάζει ως άνδρας και ως πολίτης, έτοιμος, «σαν από καιρό», να πει το μεγάλο του όχι στους ισχυρούς...
Αλλά και το αγέρωχο φρόνημα του γέροντα θα υποχωρήσει μπροστά στην απαίτηση του «συναμφότερου». Θα συνοδεύσει τον Νεοπτόλεμο στην Τροία, χωρίς να συντρίβεται, γι' αυτό, η προσωπικότητά του. Μεγάλος νικημένος ο Οδυσσέας και οι τρέχουσες πρακτικές του. Όλα του τα σχέδια αποδεικνύονται κενά περιεχομένου. Η πολιτική είναι για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για την πολιτική μοιάζει να είναι, με απλά λόγια, το μήνυμα του έργου.
Κάποιοι μελετητές είδαν στον Νεοπτόλεμο τον θρίαμβο της ευσέβειας και της υπακοής στο «θείον». Κάποιοι άλλοι, όπως ο Γιαν Κοτ, βλέπουν στο πρόσωπο του Φιλοκτήτη την «έξοδο από την Ιστορία», τη ματαιότητα του αγώνα για περισσότερη ελευθερία και την καταστροφή κάθε ελπίδας... Και τα δύο είναι λαθεμένα. Η Τραγωδία δεν έχει απόλυτες τιμές, αποδίδει τα του θεού στον θεό και τα του ανθρώπου στον άνθρωπο. Από τη δοκιμασία τους οι ήρωες βγαίνουν ραγισμένοι ανθρώπινα, με γνώση των ορίων τους αλλά δυνατότεροι, επειδή ανοίγουν τον δρόμο στις ερχόμενες γενιές.
Η σκηνοθεσία του Κώστα Φιλίππογλου στην Επίδαυρο φοβάμαι ότι δεν μπόρεσε να εξισορροπήσει τις αντίρροπες δυνάμεις, να βρει το "σημείο μηδέν" της αφήγησης, το «μάτι» του κυκλώνα των τρομερών ανθρώπινων παθών, ώστε να τα «εξημερώσει» με την αναπαράσταση. Είδε το έργο ως αδιέξοδο κι έτσι το έδωσε. Μια μάλλον εύκολη λύση. Άλλοτε φώτιζε σποραδικά τον «ιδεαλισμό» του Νεοπτόλεμου, άλλοτε πρόβαλλε την αναγκαιότητα των χειρισμών του Οδυσσέα και άλλοτε παρασυρόταν από τους ολονύκτιους ανέμους των οδυρμών του Φιλοκτήτη σε άσκοπους «φωνισμούς». Πατούσε με το ένα πόδι στον έλεο και με το άλλο στον φόβο, χωρίς να «περαίνει» τα δύο συνθετικά. Δίστασε, κυρίως, να πει ένα ανεπιφύλακτο «ναι» στην τελική επιλογή του Νεοπτόλεμου.
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δίνει «επί το έλαττον» και ως σκιά μακρινή τον Φιλοκτήτη. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (Οδυσσέας) προσφεύγει σε τηλεοπτικά κλισέ και προξενεί, κατά διαστήματα, ένα αμήχανο γέλιο. Φιλότιμα, και με διάθεση θετική προσεγγίζει τον Νεοπτόλεμο ο Αιμίλιος Χειλάκης. Το εύρημα του χειρόγραφου και του μικρόφωνου τι το ήθελε η σκηνοθεσία στο φινάλε; Τίναξε στον αέρα και τα, όποια, θετικά σημεία της. Η ποιητική μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα διαθέτει ως ισχυρό επιχείρημα τα εύρυθμα λυρικά της μέρη.