Ήταν όντως απογοητευτική η προσέλευση του κοινού στη συναυλία της 7ης Μαρτίου 2014. Η αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» παρέμεινε μετρίως πλήθουσα για ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα μουσικά γεγονότα του απελθόντος χειμώνα (παρεμπιπτόντως χαιρόμαστε που και η δική μας αυστηρή στάση απέναντι στη μετονομασία της έχει συμβάλει στην επί των εισιτηρίων εντός παρενθέσεως παράλληλη αναγραφή της αρχικής ονομασίας της, «Φίλων της Μουσικής»).
Συναριθμείται, κατά την άποψή μας, στις σημαντικές πρωτοβουλίες του απελθόντος καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών ο εμπλουτισμός του θεματικού εύρους των προγραμμάτων της με έργα που από μακρού μεν αποτελούν διεθνώς «κλασικά του 20ού αιώνα», στη χώρα μας όμως εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως εξωτικά και ανεπιθύμητα, ιδίως από ένα οιονεί συνδρομητικό, πιστό κοινό που απηχεί μουσικολογικές προσλήψεις και απόψεις βικτωριανού πουριτανισμού.
Γι' αυτό τον λόγο ανέκαθεν θεωρούσαμε ότι δεν θα έπρεπε να αναζητούνται στον κ. Βασίλη Χριστόπουλο οι ευθύνες για την ελλιπή λαϊκή πλαισίωση των ανανεωτικών ενέσεων των προγραμμάτων που ευνοούσε, αλλά, αντιθέτως, στο ίδιο το κοινό και, κατά κύριο λόγο, στην ελλιπή, παλαιότερα και τώρα, εκπομπή γνωστικού και κριτικού σχολιασμού της κάθε ελληνικής και διεθνούς μουσικής επικαιρότητας από τα δημόσια μέσα ραδιοτηλεοπτικής ενημέρωσης και, κυρίως, από το τότε και σήμερα «Τρίτο Πρόγραμμα».
Μόνον ο εκσυγχρονισμός του σε ποιοτική κατεύθυνση, έστω και αν αυτό για την ελληνική πραγματικότητα αποτελεί ουτοπική φαντασίωση, θα ήταν δυνατόν να παράσχει τη σφριγηλή, ελκυστική, ουσιαστική, αναλυτική και συνάμα πυκνή ενημέρωση που θα δημιουργούσε ροή συνειδητών θεατών προς τις συναυλιακές αίθουσες.
Όσο δε η λειτουργία του σταθμού αυτού ανακυκλώνει και διαιωνίζει συστατικά στοιχεία του μαρασμού, στον οποίο είχε περιπέσει πολύ πριν από την περυσινή αιφνίδια σφράγισή του, τόσο η μομφή θα εξακολουθήσει να απευθύνεται σε λάθος αποδέκτη, με τη συνήθη επωδό απεμπλοκής εκ μέρους των «υπευθύνων» «ποιος ενδιαφέρεται, βρε αδελφέ»...
Επειδή, λοιπόν, διά του παρόντος δηλώνουμε ότι στη χώρα αυτή θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι και ενδιαφέρονται και μετρούν τα πράγματα με συγκεκριμένα σταθμά πολιτισμένου περίγυρου, ας αναφέρουμε ότι οι αναμεταδόσεις των συναυλιών της ΚΟΑ, υπέρ των οποίων έχουμε για πολλά χρόνια επί ματαίω αγωνισθεί, παραμένουν αναπόδραστο εργαλείο ενίσχυσης της ακροαματικότητάς της.
Γιατί έτσι μόνο και με την κατάλληλη σοβαρού επιπέδου παρουσίαση της συγκεκριμένης συναυλίας, φερ' ειπείν, θα είχε πληροφορηθεί το κοινό για έναν ακόμη καρπό της εκπαιδευτικής προσφοράς του διαπρεπούς Θεσσαλονικέως συνθέτη Χρήστου Σαμαρά στο πρόσωπο του περίπου 25ετούς μαθητή του στη σύνθεση Γιάννη Αγγελάκη, ο οποίος, μόλις λίγους μήνες πριν, απέσπασε το Α' Βραβείο του Διεθνούς Διαγωνισμού Σύνθεσης «Τόρου Τακεμίτσου».
Το έργο του «Υ-87-ΧΙΙ13», με παράτιτλο «Τρόμος και Σιγή, Ανάμεσά τους μια Φλόγα», παραγγελία της ΚΟΑ, εγκαινίασε τη βραδιά και επιβεβαίωσε όχι μόνο τη βιωματική διάσταση που υπόσχεται το εύληπτης φιλοσοφικής διάθεσης εισαγωγικό του κείμενο, ως αναδημοσίευση στο προγραμματικό δελτάριο, αλλά και την τεχνική του δεινότητα αφ' ενός μεν στην οργάνωση μακρών κλιμακώσεων και αποκλιμακώσεων, αφ' ετέρου δε στην ενορχήστρωση, όπως θεαματικά τη δικαίωσε η Ορχήστρα υπό έναν Λουκά Καρυτινό κυριολεκτικά κυρίαρχο της απαιτητικής παρτιτούρας.
Οι ίδιοι ραδιοφωνικοί ακροατές της φαντασίωσής μας θα επληροφορούντο ότι κόσμημα της σχετικά μικρής μετακλασικής εργογραφίας κοντσέρτων για το φλάουτο αποτελεί εκείνο (Παρίσι 1934) του Jacques Ibert (1890 - 1962), συνθέτη αναφοράς και για τον Μάνο Χατζιδάκι. Θα διαπίστωναν δε ότι η νεαρή δεξιοτέχνις Θεοδώρα Ιορδανίδου, μια ακόμη αξιόλογη Βορειοελλαδίτισσα της βραδιάς, με γερμανική παιδεία, διέθετε, ακόμη και στην απώτερη διαδοχή του πρώτου διδάξαντος Marcel Moyse, πέρα από την αναγκαία ελαφράδα για τα εξωτερικά μέρη του Κοντσέρτου, και την απαραίτητη ποιότητα ήχου και ελέγχου αναπνοής για την άνθηση της εσωτερικότητας του κεντρικού andante σε μαγνητική αρμονία με έναν χρωματικά και δυναμικά ευαίσθητο Καρυτινό.
Οι ίδιοι ακροατές θα μέμφονταν εαυτούς επιπλέον γιατί έχασαν το κύριο πιάτο της Συναυλίας, ένα συμφωνικό αριστούργημα του 20ού αιώνα, τη συμφωνία αρ. 5, σε σι ύφεση μείζονα, έργον 100 (Μόσχα 1945) του Sergei Prokofiev (1891 - 1953), σύνθεση που οφείλει επειγόντως να ενταχθεί στο κεντρικό ρεπερτόριο της ΚΟΑ, ιδίως στον απόηχο μιας τόσο συγκερασμένης ανάγνωσης όσο αυτή που επέτυχε ο Καρυτινός, στοχαστικής αλλά και γεμάτης από εσωτερικό δυναμισμό, καθώς και από ανενδοίαστη επιστράτευση καταληκτικής αισιοδοξίας, τόσο επίκαιρης στην ανάγκη μας. Αν...