Τελικά, και σε κάθε περίπτωση το πρωταρχικό ζήτημα για τις όποιες ενωτικές διεργασίες στην ελληνική Αριστερά και στο λαϊκό εργατικό κίνημα, εντοπίζεται στη συνεχιζόμενη κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης, στην αδυναμία του ελληνικού επιχειρηματικού κόσμου να αναπαραχθεί με όρους συνολικής κερδοφορίας, στον «παραπαίοντα» χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού που αποφεύγει την κατάρρευση εξαιτίας των «ενέσεων κορτιζόνης» (Μνημόνια) που του χορηγεί η αστική κυβερνητική διαχείριση. Κι αυτό μάλιστα μετά από μια ολόκληρη περίοδο αλματώδους ανάπτυξης με χαμηλά επίπεδα ανεργίας και συνεχείς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ. Τόσο στην περίοδο 1986 - 2000, όπου τα μεγέθη της καπιταλιστικής κερδοφορίας και συσσώρευσης αυξάνονταν με φρενήρεις ρυθμούς, όσο και στην περίοδο 2000 - 2009 όπου καταγράφονταν μια σταθεροποιημένη καπιταλιστική ανάπτυξη. Αυτή η κρίση (2008 - 2013) του αστικού οικονομικού συστήματος, και η συμπλήρωσή της με τα συνεχή Μνημόνια, είναι το επίκεντρο σε σχέση με το οποίο κρίνεται η αριστερή πολιτική και οι όποιες αριστερές μετωπικές συμπαρατάξεις.
Η ένταξη του ελληνικού καπιταλισμού εντός του ευρωπαϊκού διεθνικού οικονομικού πλαισίου στις δεκαετίες του 1980 και 1990, καθώς και εντός της ζώνης του ευρώ στη δεκαετία του 2000, που αποτέλεσαν στρατηγικές επιλογές του ελληνικού αστισμού, λειτούργησαν ενισχυτικά σ' αυτή την καπιταλιστική ανάπτυξη από την οικονομική άποψη, ενώ ταυτόχρονα ύφαιναν τον νεοφιλελεύθερο ιστό συρρίκνωσης των λαϊκών και συνδικαλιστικών ελευθεριών. Η αφετηρία άρα της σημερινής κοινωνικής καταστροφής εντοπίζεται μεν στην ενδογενή κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης, και δεν προέρχεται από την ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική ολοκλήρωση, ωστόσο όμως αυτές επενεργούν με τις ρυθμίσεις τους στην κατεύθυνση υπέρβασης της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου, διαμορφώνοντας κοινωνικούς όρους συντριβής των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας.
Και αντίστοιχα, το υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους, οι συνεπακόλουθες δανειοδοτήσεις και η συνεχής αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων, λειτουργούν παράπλευρα προς το πρωταρχικό γεγονός της κρίσης αναπαραγωγής του ελληνικού καπιταλισμού. Δεν πρόκειται μόνον για το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος προέκυψε καθαρά από την αστική οικονομική πολιτική φοροαπαλλαγής των επιχειρήσεων και χορήγησης οικονομικών κινήτρων προς αυτές, πράγμα που στέρησε συστηματικά τον κρατικό προϋπολογισμό από τα αναγκαία έσοδα. Πρόκειται εξίσου για το σημερινό γεγονός ότι το βάρος αποπληρωμής αυτού του ταξικού δημόσιου χρέους μεταβιβάζεται ευθέως στους ώμους του εργαζόμενου λαού, ενώ η φορολόγηση του κεφαλαίου συνεχίζει να μειώνεται.
Ο καθορισμός ως κύριου άξονα της οικονομικής πολιτικής μιας αριστερής λαϊκής διακυβέρνησης του εγχειρήματος αντικαπιταλιστικής διεξόδου από την κρίση, θέτει σε ευθεία αμφισβήτηση ταυτόχρονα τόσο την αστική ταξική κυριαρχία στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό όσο και στο πεδίο της διεθνικής καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εφόσον η μία μορφή ταξικής κυριαρχίας συνδέεται οργανικά με την άλλη εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες. Δεν πρόκειται για διαφορετικές διαδικασίες (αντίθεση στην ελληνική αστική τάξη, αλλά αναζήτηση σοσιαλιστικής διεξόδου στο θεσμικό πλαίσιο της ζώνης του ευρώ και της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης), αλλά για μια ενιαία διαδικασία λαϊκής αντισυστημικής αντιπαλότητας.
Η αφετηριακή έξοδος από την ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική ολοκλήρωση ή η μονοδιάστατη ακύρωση των Μνημονίων, δεν επιλύουν από μόνες τους το ζήτημα, αν δεν αντιμετωπίζεται στον ίδιο χρόνο αποτελεσματικά το ξεπέρασμα της κρίσης υπερσυσσώρευσης που ενδογενώς αναδεικνύεται στην πορεία εξέλιξης του ελληνικού καπιταλισμού. Το αν έχουν οργανωθεί μέχρι σήμερα πληθώρα εκδηλώσεων για την προοπτική της Αριστεράς στην Ευρώπη ή αντίθετα για την αποδέσμευση από αυτήν, και δεν έχει διοργανωθεί σχεδόν ούτε μία εκδήλωση για την κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης και την αντιμετώπισή της από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων, καταδεικνύει στα σίγουρα μια ανεπάρκεια της αριστερής πολιτικής.
Εθνική και υπερεθνική αστική ταξική κυριαρχία
Προφανέστατα οι μηχανισμοί αναπαραγωγής του δημόσιου χρέους και οι ρυθμίσεις που διέπουν την ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική ενοποίηση (από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ μέχρι το Σύμφωνο Σταθερότητας και το Σύμφωνο για το Ευρώ) αποσκοπούν στην επιβολή οικονομικών πολιτικών (μνημονίων) που επιδιώκουν την υπέρβαση της καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος των δυνάμεων της επιχειρηματικής εργοδοσίας: Μετακύλιση του βάρους αποπληρωμής του χρέους στους ώμους των λαϊκών τάξεων, μετασχηματισμός της εργατικής δύναμης σε «φθηνή - απορρυθμισμένη - πειθήνια» παράμετρο της παραγωγής κ.λπ. Έτσι, η εφαρμογή ενός αντισυστημικού μεταβατικού προγράμματος, σε οργανική διασύνδεση με τη σοσιαλιστική προοπτική, έρχεται σε ταυτόχρονη αντιπαλότητα τόσο με την ελληνική αστική τάξη όσο και με την υπερεθνική συνένωση των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων.
Μια τέτοια αριστερή οικονομική πολιτική αμφισβητεί και αποσταθεροποιεί τις μορφές και τους όρους λειτουργίας και αναπαραγωγής των αστικών σχέσεων παραγωγής στο εθνικό κοινωνικό επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα έρχεται σε αντιπαλότητα με τις θεμελιακές ρυθμίσεις της Ευρωζώνης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων, οι παύσεις πληρωμών, οι δημόσιες επενδύσεις που υπερβαίνουν τους δημοσιονομικούς περιορισμούς του 0,5% του ΑΕΠ, η κατάργηση των εφαρμοστικών νόμων των Μνημονίων κ.λπ. αναδεικνύουν το πεδίο βαθύτατης και εκτεταμένης αντιπαράθεσης με τα ίδια τα βάθρα της υπερεθνικής καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Προφανώς οι προοπτικές αυτών των συγκρούσεων δεν είναι ιστορικά προδιαγεγραμμένες, και μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικές εξελίξεις ανάλογα με τους συσχετισμούς των δυνάμεων, το επίπεδο των λαϊκών συνειδήσεων, την έκτασή τους σε ομοειδείς χώρες του ευρωπαϊκού κυρίως νότου κ.λπ.: Ευθεία ανατροπή των ευρωπαϊκών θεσμικών συγκροτήσεων και λειτουργιών, απορρυθμίσεις των όρων και κανόνων της ζώνης του ευρώ, απονομιμοποίηση των ευρωπαϊκών συμφώνων και νομοθεσιών, διαχωρισμοί εθνικών οικονομιών, νέες μορφές εργατικού διεθνισμού και ισότιμων συνεργασιών με τα κινήματα του ευρωπαϊκού νότου κ.λπ. Στα σίγουρα στη σημερινή εποχή των διεθνοποιημένων καπιταλιστικών ολοκληρώσεων η υπόθεση της σοσιαλιστικής απάντησης απέναντι στην καπιταλιστική κρίση δεν μπορεί να περιχαρακωθεί στα εθνικά κοινωνικά πλαίσια, γιατί θα έχει ευρύτατες αντανακλάσεις στις συγγενικές ευρωπαϊκές κοινωνίες και εργατικά κινήματα. Ούτε όμως, και σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να αναλωθεί να αναζητά τον δρόμο της σοσιαλιστικής προοπτικής στους διαδρόμους και στις αίθουσες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, των Διασκέψεων Κορυφής και του Ευρωκοινοβουλίου.
Η λειτουργία της ευρωπαϊκής οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης βρίσκεται σε σχέσεις αντιστρόφως ανάλογες με την ανάπτυξη του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος στις χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου. Όσο προάγεται το αριστερό λαϊκό κίνημα στο επίπεδο των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών, άλλο τόσο υποχωρούν, αποδιαρθρώνονται και αποσταθεροποιούνται οι ευρωπαϊκοί καπιταλιστικοί μηχανισμοί οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης. Η επικράτηση λαϊκών αριστερών εξουσιών, όπως μπορεί να συμβεί στην Ελλάδα στο αμέσως προσεχές διάστημα, ή σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, μεταφράζονται στην πραγματικότητα σε ανατροπές του υπερεθνικού αστικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Νίκη για το ελληνικό αριστερό κίνημα δεν είναι απλά η επίκληση της απαλλαγής από την «εξωγενή καταδυνάστευση» από τις ευρωπαϊκές πολυεθνικές επιχειρηματικές δυνάμεις, αλλά το εγχείρημα ανατροπής της αστικής ταξικής κυριαρχίας σε έναν ή σε περισσότερους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Η αποδόμηση, αποσταθεροποίηση και διάλυση αυτών των θεσμών και μηχανισμών δεν είναι παρά το φυσικό επακόλουθο (και όχι η προοιμιακή αφετηρία) τέτοιου είδους ανατροπών στα εθνικά ταξικά επίπεδα. Οι υπερεθνικές ευρωπαϊκές ρυθμίσεις δεν «υπερίπτανται» πάνω από τις ευρωπαϊκές καπιταλιστικές οικονομίες, αλλά συνιστούν οργανικές διαστάσεις των εθνικών αστικών οικονομικών ρυθμίσεων, έτσι ώστε η αμφισβήτηση και ο μετασχηματισμός αυτών των εθνικών αστικών ρυθμίσεων να συνεπιφέρει ταυτόχρονα καίριο πλήγμα στην καρδιά των αστικών υπερεθνικών ολοκληρώσεων.