Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Είναι τόσο σημαντικό αυτό το νομοσχέδιο;
Είναι κοινός τόπος πλέον ότι η ρατσιστική βία έχει πάρει ενδημικές διαστάσεις στη χώρα μας. Είναι επίσης κοινός τόπος ότι αυτή η διόγκωση του φαινομένου συμβαδίζει τουλάχιστον, αν δεν υποκινείται, από την αύξηση της επιρροής της Χρυσής Αυγής, ιδίως μετά την είσοδό της στη Βουλή.
Αυτό λοιπόν το νομοσχέδιο θα αποτελέσει απάντηση στο πρόβλημα αυτό; Καταρχήν θα πρέπει να πούμε ότι στις βασικές του διατάξεις είναι ανώδυνο. Οι διατάξεις περί τιμώρησης της δημόσιας υποκίνησης σε εγκλήματα βίας ή μίσους και του δημόσιου εγκωμιασμού εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου προβλέπονταν ήδη από τον Ν. 927/1979, νόμο που εφαρμόστηκε ελάχιστα (σύμφωνα με τον υπεύθυνο Εισαγγελέα για θέματα ρατσιστικής βίας μόλις 4 φορές τα τελευταία 4 χρόνια, ενώ κάποιος μπορεί να θυμηθεί μόνο το βιβλίο του Πλεύρη για τους Εβραίους, καθώς και τα συνθήματα των ΟΥΚ στην πριν από τρία χρόνια παρέλαση της 25ης Μαρτίου). Επαυξάνει επίσης τις ποινές που απειλούνται κατά των άνω πράξεων, αλλά οι πράξεις αυτές δεν είναι οι πράξεις ρατσιστικής βίας που τελούνται από τους φυσικούς αυτουργούς, αλλά οι πράξεις υποκίνησης. Ο ίδιος δε εισαγγελέας αρμόδιος για τη ρατσιστική βία επισήμανε την έλλειψη αυτή, ενώ και πρόσφατα η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου είχε επισημάνει την έλλειψη διατάξεων οι οποίες να τιμωρούν το ρατσιστικό έγκλημα ως τέτοιο.
Το παρόν νομοσχέδιο (που είχε κοπεί και πέρσι μετά την είσοδο του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση) αντιμετώπισε την κριτική του ΚΚΕ περί πιθανής μελλοντικής χρησιμοποίησης εναντίον του, καθώς και κριτικές προερχόμενες από τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας περί του περιορισμού στην ελευθερία της έκφρασης μέσω της διάταξης για τιμώρηση του εγκωμιασμού εγκλημάτων γενοκτονίας, κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου.
Είναι όμως αυτό το βασικό; Μήπως έτσι κοιτάζουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος; Ποιο είναι το σημαντικό για το οποίο πράγματι θα άξιζε να γίνει κουβέντα;
1. Η πρόβλεψη για επιβολή αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων σε περίπτωση καταδίκης για τα εγκλήματα του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου. Στις πρόσφατες συζητήσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου της Χρυσής Αυγής και της μη ύπαρξης στο ελληνικό νομικό πλαίσιο δυνατότητας απαγόρευσης κόμματος έχει προταθεί από έγκριτους συνταγματολόγους η λύση τής χρησιμοποίησης της δυνατότητας επιβολής αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων. Η διάταξη δεν περιλαμβανόταν στο περσινό νομοσχέδιο και εδώ θα άξιζε να επιχειρηματολογήσει κάποιος για την επαναφορά ποινών, οι οποίες, μάλλον σε αχρησία σήμερα, θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν σε βάρος εκπροσώπων κομμάτων, τα οποία κινούνται εμφανώς εκτός της συνταγματικής νομιμότητας.
2. Η έστω ελλιπής πρόβλεψη παροχής προστασίας θυμάτων και ουσιωδών μαρτύρων. Όπως έχει καταδειχθεί και από την πρόσφατη έκθεση του Δικτύου καταγραφής περιστατικών ρατσιστικής βίας, μία βασική αιτία μη αποτελεσματικής δίωξης των εγκλημάτων ρατσιστικής βίας είναι η αδυναμία πρόσβασης των θυμάτων και των ουσιωδών μαρτύρων που δεν έχουν άδεια παραμονής στις αστυνομικές αρχές για υποβολή καταγγελίας. Η διάταξη του νομοσχεδίου, επίσης νέα σε σύγκριση με το περσινό σχέδιο, παρότι νομοτεχνικά ατελής και ελλιπής, αποτελεί μισό βήμα προς τη θετική κατεύθυνση. Έως σήμερα στις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις θυμάτων ρατσιστικής βίας (όπως στον αλυσοδεμένο Αιγύπτιο της Σαλαμίνας και στα θύματα της Μανωλάδας) είχαν εφευρεθεί, κυριολεκτικά, τρόποι μη σύλληψης και κράτησης προς απέλαση, αφού εξαναγκαζόταν ο αρμόδιος υπουργός Προστασίας του Πολίτη, υπό τον φόβο κατακραυγής, να εξαγγείλει τη μη απέλασή τους. Ήδη σήμερα με το νομοσχέδιο γίνεται ένα δειλό βήμα με την αναγνώριση δυνατότητας μη απέλασης των θυμάτων και ουσιωδών μαρτύρων.
Αρκούν αυτά για την αντιμετώπιση του φαινομένου ρατσιστικής βίας; Εδώ θα πρέπει να συμφωνήσω με την κριτική του Κομμουνιστικού Κόμματος. Όχι. Ένας νόμος δεν είναι αποτελεσματικός εάν δεν τον συνδράμει ο λαός στην εφαρμογή του. Είναι όμως τουλάχιστον παρελκυστικό, αν όχι ύποπτο, να μέμφεται κάποιος έναν νόμο που επιχειρεί κάποια δειλά βήματα προς την αντιμετώπιση ενός φαινομένου, το οποίο, αν αφήσουμε να εξελίσσεται, κάποια ημέρα όλοι θα κληθούμε να απολογηθούμε γι΄αυτό.
Ο Β. Παπαδόπουλος είναι δικηγόρος, μέλος της Ομάδας δικηγόρων για τα δικαιώματα προσφύγων και μεταναστών.