Ωμή παραδοχή του πάμε κι όπου βγει (και) στις αερομεταφορές συνιστά επί της ουσίας το πόρισμα της ειδικής επιτροπής για το black out στο FIR Αθηνών, που δημοσιοποιήθηκε τη χθεσινή μέρα Η επιτροπή στιγματίζει αυτό που εξαρχής είχε υποδειχθεί από τους εργαζόμενους και τη δημοσιογραφική έρευνα ως φερόμενη αιτία της κατάρρευσης, δηλαδή το απαρχαιωμένο σύστημα επικοινωνιών, το οποίο, όπως παραδέχεται κοφτά “δεν επιδέχεται σημαντικής βελτίωσης”, μη διασφαλίζοντας την ομαλή λειτουργία του στο μέλλον.
“Το υφιστάμενο σύστημα Επικοινωνιών Φωνής (VCS - Voice Communication System) της ΥΠΑ και κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές που χρησιμοποιούνται για την υποστήριξή της, βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία (SDH - Synchronous Digital Hierarchy) που είναι εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή, χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας” επισημαίνει αφοπλιστικά το πόρισμα για την πηγή του black out,, προσθέτοντας μάλιστα ότι ΟΤΕ έχει ενημερώσει σχετικά την ΥΠΑ από το 2019, η οποία θα πρέπει να προβεί σε άμεση μετάβαση σε ευρυζωνική/IP αρχιτεκτονική”.
Την ίδια στιγμή, το πόρισμα παραδέχεται και ένα χάος ασυνεννοησίας και καθυστερήσεων μεταξύ των αρμοδίων για την κατανόηση και την αντιμετώπιση του προβλήματος, καθώς αφενός, το ίδιο το σύστημα εξαιτίας της παλαιότητας δεν διαθέτει μηχανισμό ιχνηλάτησης και υπόδειξης των σφαλμάτων, και αφετέρου, χαρακτηρίζεται ως “μακράν του βέλτιστου” η συνεργασία που υπήρξε μεταξύ των τεχνικών της ΥΠΑ και αυτών του ΟΤΕ, που είναι ο πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, για τη διαχείριση του προβλήματος.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η διαπίστωση της παρωχημένης τεχνολογίας στις επικοινωνίες δεν συνοδεύεται ούτε τώρα στο πόρισμα από τον ακριβή προσδιορισμό του λόγου πρόκλησης του “ψηφιακού θορύβου”, που απενεργοποίησε ή υποβάθμισε τις συχνότητες του FIR Αθηνών
Ακόμη δεν γνωρίζουν τα ακριβή αίτια
Η αιτία αυτού του ψηφιακού θορύβου, όπως σημειώνεται, ήταν “ο αποσυγχρονισμός σε πλειάδα ετερογενών (τηλεπικοινωνιακών) Διατάξεων/Διεπαφών, που καταλήγουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ στο Ελληνικό με αποτέλεσμα την ακούσια ενεργοποίηση/συνεχή εκπομπή κρίσιμου αριθμού πομπών και την υποβάθμιση/διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων”. Ο αποσυγχρονισμός αυτός “μπορεί να προκληθεί από πληθώρα λόγων (αστάθεια υλικού, δυσλειτουργία ρολογιού χρονισμού, θερμικές παρενέργειες, βυθίσεις τροφοδοσίας κ.α.)”, εντούτοις, “η έλλειψη αρχείων καταγραφής λειτουργίας και ιχνηλάτησης σφαλμάτων κάνει αδύνατο τον εκ των υστέρων ακριβή προσδιορισμό”.
“Πράγμα που σημαίνει καμία εγγύηση λειτουργίας στο μέλλον και άρα το ενδεχόμενο να ξανασυμβεί πάρα πολύ πιθανό”, σχολιάζει στην ΑΥΓΗ η Όλγα Τόκη, αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας.
Για τον ίδιο λόγο, εξάλλου, κατά την διάρκεια της αντιμετώπισης του περιστατικού, το πόρισμα διαπιστώνει “ότι υπήρξε καθυστέρηση της ανίχνευσης της δυσλειτουργίας των τηλεπικοινωνιακών διεπαφών/διατάξεων. Όπως εξηγεί, “αυτό οφείλεται αφενός στην έλλειψη από άκρη σε άκρη (end to end) τηλεμετρίας και ιχνηλάτησης σφαλμάτων των κυκλωμάτων και του γεγονότος ότι το κέντρο λειτουργίας δικτύου του ΟΤΕ έβλεπε τα κυκλώματα αυτά ως λειτουργικά και αφετέρου στη μακράν του βέλτιστου συνεργασία μεταξύ των τεχνικών της ΥΠΑ και αυτών του ΟΤΕ”.
Η έλλειψη τηλεμετρίας, της δυνατότητας με απλά λόγια του συστήματος να στέλνει πληροφορίες για την κατάστασή του στον χειριστή ή στο κέντρο ελέγχου, “είναι εγγενής αδυναμία της παρωχημένης τεχνολογίας που χρησιμοποιείται και δεν επιδέχεται σημαντικής βελτίωσης. Η συνεργασία όμως είναι κάτι που μπορεί και επιβάλλεται να βελτιωθεί δραστικά για να μπορέσουν να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που δημιουργεί η παλαιότητα του συστήματος”, επισημαίνει.
Με restart…αποκαταστάθηκε το πρόβλημα
Ακόμη πιο αποκαλυπτική της συνθήκης σήψης που έχουν περιέλθει τα συστήματα ασφαλείας στην αεροναυτιλία είναι η παραδοχή του τρόπου αποκατάστασης του black out, 8 ολόκληρες ώρες μετά την έναρξή του.
”Η λειτουργία αποκαταστάθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια του συμβάντος και ολοκληρώθηκε με τον επανασυγχρονισμό των διατάξεων/διεπαφών κατόπιν επανεκκινήσεων”, σημειώνει το πόρισμα, περιγράφοντας ουσιαστικά ένα…restart, όπως αυτά των υπολογιστών ή των ηλεκτρονικών εγκεφάλων των αυτοκινήτων. Εξ’ού και η ομαλή λειτουργία αποκαταστάθηκε πλήρως στις 16.53 “μετά την αρχικοποίηση που έκανε ο ΟΤΕ από την πλευρά του στο δίκτυο του”
Πολυετείς καθυστερήσεις για τα σύγχρονα συστήματα επικοινωνίας
Τα παρωχημένα συστήματα ασφαλείας στην αεροναυτιλία, τα οποία υποδεικνύει και το πόρισμα ως την πηγή του black out, φέρουν ατόφια τη σφραγίδα της διακυβέρνησης επι εξίμισι χρόνια της ΝΔ, η οποία έχει αποτύχει μέχρι σήμερα να τα αναβαθμίσει, με συμβάσεις και έργα που παραμένουν ανολοκλήρωτα, καθιστώντας ευάλωτη τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας σε φαινόμενα κατάρρευσης, όπως αυτό της Κυριακής 4/1/2026.
Ένα από το μεγαλύτερα φιάσκο, όπως αναλυτικά περιγράψαμε στο περασμένο φύλλο της Κυριακάτικης Αυγής, είναι ακριβώς η σύμβαση Νο 03/2019, αρχικού κόστους 4.7 εκατ. ευρώ, για την αναβάθμιση του συστήματος επικοινωνιών (Voice Communication and Recording System-VCRS) του Κέντρου Ελέγχου Περιοχής Αθηνών/Μακεδονίας (ΚΕΠΑΘΜ) που παραμένει σε αναστολή για χρόνια εξαιτίας λειτουργικών προδιαγραφών που χρήζουν τροποποίησης, την οποία όμως ακόμη δεν έχει καταφέρει να υλοποιήσει η ΥΠΑ. Το σύστημα φωνητικών επικοινωνιών και καταγραφής, όπως είναι η ελληνική του μετάφραση, είναι το τεχνικό σύστημα μέσω του οποίου οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας μιλούν με τους πιλότους αλλά και μεταξύ τους.
Και ενώ λοιπόν στις 16 Απριλίου 2025 η ΥΠΑ με τυμπανοκρουσίες ανακοίνωνε ότι «επανεκκίνησε και τροποποιείται η σύμβαση για τα συστήματα VCS/RCS του Κέντρου Ελέγχου Περιοχής, κατόπιν της αναθεώρησης των λεπτομερών λειτουργικών προδιαγραφών και στοιχείων της σύμβασης, με την κατασκευάστρια εταιρία Frequentis και την ανάδοχο Space Hellas, με σκοπό τη βέλτιστη αξιοποίηση των δυνατοτήτων του νέου συστήματος και την επίλυση τεχνικών ζητημάτων που είχαν οδηγήσει σε αναστολή την εκτέλεση της σύμβασης επί σειρά ετών», εντούτοις, με πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου στα τέλη Οκτωβρίου απορρίφθηκε με συνοπτικές διαδικασίες το αίτημα για τροποποίηση της σύμβασης.
Στην απόφασή του το Ε.Σ. αναφέρει ότι δεν είναι δυνατή η μετέπειτα τροποποίησή της καθώς η σύμβαση που υπογράφηκε τον Απρίλιο 2019 με ορίζοντα υλοποίησης το τέλος του 2021 έχει τυπικά λήξει. Είχε προηγηθεί όλα αυτά τα χρόνια ένας κυκεώνας ασυνεννοησίας και διαφωνιών μεταξύ ΥΠΑ και συναπτών υπουργών Μεταφορών της Ν.Δ. (Καραμανλής, Γεραπετρίτης, Σταϊκούρας) οι οποίοι δεν ενέκριναν (για ποιον λόγο άραγε;) τις απαραίτητες τροποποιήσεις, με την έγκριση να δίνεται μόλις στις 16/10/2025 από τον Χρ. Δήμα υπό την πίεση προφανώς της Κομισιόν.
Μπάχαλο και με τους ψηφιακούς πομποδέκτες
Από..κόσκινο σχεδόν δεκαετίας πέρασε μέχρι να υπογραφεί τον περασμένο Οκτώβρη και η Σύμβαση Νο 69/2025 για την προμήθεια 495 VHF VoIP πομποδεκτών ( σύγχρονοι ψηφιακοί πομποί επικοινωνίας που συνδυάζουν την παραδοσιακή ασύρματη τεχνολογία VHF με τη μετάδοση φωνής μέσω διαδικτύου-Voice over IP) προϋπολογισμού 4.197.065,20 ευρώ. Ένα έργο που παρότι θα προσέφερε σύγχρονο εξοπλισμό επικοινωνιών φωνής και σύνδεσης με αξιόπιστο και σύγχρονο δίκτυο, κωλυόταν σε διάφορα στάδια από το 2016, ενώ παρότι ο ηλεκτρονικός διαγωνισμός διενεργήθηκε το 2021, κατακυρώθηκε στην εταιρεία RHODE SCHWARZ με απόφαση τον Σεπτέμβριο 2024 και έλαβε θετική γνωμοδότηση η σύμβαση από το Ελεγκτικό Συνέδριο τον Αύγουστο του 2025. Η προμήθεια των πομποδεκτών αναμένεται να ολοκληρωθεί με βάση το κείμενο της σύμβασης το β’ τρίμηνο του 2026.
Την ίδια στιγμή, το ελληνικό κράτος δεν έχει συμμορφωθεί ακόμη μετά την καταδικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις 18 Απριλίου του 2024 για την απουσία συστήματος Υπηρεσιών Ζεύξης Δεδομένων (DLS-data link services). Πρόκειται για ένα σύστημα ψηφιακής επικοινωνίας δεδομένων (με γραπτά μηνύματα, συμπληρωματικά της φωνητικής επικοινωνίας) μεταξύ αεροσκαφών και ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας. Η χώρα μας δεν έχει προμηθευτεί ακόμη το σύστημα, καθώς η σχετική σύμβαση 33/2025 προϋπολογισμού 5.124.151 εκατ. ευρώ υπογράφηκε τον Μάιο του 2025, μετά την καμπάνα της Κομισιόν δηλαδή. Ως εκ τούτου, η ολοκλήρωση του συστήματος αναμένεται με βάση τη σύμβαση εντός του πρώτου τριμήνου του 2026.