Η σύνοδος κορυφής της Ομάδας των G7 στο Εβιάν της Γαλλίας, που ολοκληρώθηκε χθες, σημαδεύτηκε από ορατές εντάσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης, που αναντίρρητα έχει αποδυναμώσει την ισχύ της στη διεθνή κοινότητα και την ικανότητά της να διαμορφώνει τις διεθνείς υποθέσεις.
Τη Δευτέρα, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απείλησε ότι θα επιβάλει δασμούς 100% στη γαλλική σαμπάνια και κρασί, εκτός εάν η Γαλλία καταργήσει το δασμό που επιβάλλει ύψους 3% στις ψηφιακές υπηρεσίες που επιβάλλει στις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν απάντησε ζητώντας οι συζητήσεις να διαπνέονται από σεβασμό, μεταξύ των δύο μερών. Τόνισε ότι η Ουάσινγκτον και οι Βρυξέλλες είχαν ήδη καταλήξει σε συμφωνία για το δασμολογικό καθεστώς και ότι η σταθερότητα στους συμφωνηθέντες όρους είναι τώρα η πιο σημαντική προτεραιότητα.
«Οι δασμοί δεν ωφελούν κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε ο Μακρόν στα μέσα ενημέρωσης.
Ο Τζιαν Τζουνμπό, διευθυντής του Κέντρου Σχέσεων Κίνας-Ευρώπης του Πανεπιστημίου Φουντάν, επεσήμανε ότι ο μέσος όρος των δασμών μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης που επιβάλλονται εκατέρωθεν έχουν παραμείνει σχετικά χαμηλά, γενικά γύρω στο 1 έως 2%, για πολλά βιομηχανικά αγαθά. Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, ωστόσο, οι δασμοί σε ένα μεγάλο μέρος των εξαγωγών της ΕΕ προς τις ΗΠΑ θα μπορούσαν να αυξηθούν σε ποσοστό, περίπου, 15%.
«Μια τέτοια αλλαγή αναπόφευκτα θα επηρεάσει το διατλαντικό εμπόριο και μπορεί επίσης να επηρεάσει την ευρύτερη ισορροπία του παγκόσμιου εμπορίου», είπε.
Οι αποκλίσεις μεταξύ της Ουάσινγκτον και των Ευρωπαίων συμμάχων της ξεπερνούν κατά πολύ το εμπόριο. Η σύνοδος κορυφής είναι επίσης η πρώτη πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση του Τραμπ με άλλους δυτικούς ηγέτες από τότε που είχε απειλήσει ότι θα αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ. Κατά τη διάρκεια του περιφερειακού πολέμου στη Μέση Ανατολή οι σύμμαχοι αρνήθηκαν να υποστηρίξουν τη στρατιωτική του εκστρατεία κατά του Ιράν. Το Politico ανέφερε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θέλουν οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να ασκούν τη μέγιστη πίεση στη Ρωσία και να διατηρήσουν ισχυρή υποστήριξη στην Ουκρανία, παρά το γεγονός ότι παραμένει άγνωστο για το αν ο Τραμπ συμμερίζεται αυτήν την προσέγγιση.
Οι ανησυχίες είχαν ενταθεί μετά τις δηλώσεις του Τραμπ για την πρόθεση του να αποσύρει χιλιάδες αμερικανικά στρατεύματα, μαζί με μαχητικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία από την Ευρώπη, ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν επανειλημμένα εκφράσει ανησυχίες για την αυξανόμενη εξάρτηση της Ουάσινγκτον από τους ελέγχους των εξαγωγών, υποστηρίζοντας ότι τέτοια μέτρα ενέχουν τον κίνδυνο να διαταράξουν τις αλυσίδες εφοδιασμού και να στρεβλώσουν το διεθνή ανταγωνισμό.
«Η Αμερική γίνεται όλο και πιο «ιδιοτελής» στην προάσπιση των εθνικών της συμφερόντων στη διαχείριση των συμμαχιών της, δήλωσε ο Τζιαν. «Η Ουάσινγκτον αναμένει όλο και περισσότερο από τους εταίρους της να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες.
Σύμφωνα με τον έγκριτο αναλυτή, οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης αναπόφευκτα θα επηρεάσουν την ενότητα της συμμαχίας τους και μάλιστα «θα μειώσουν την αποτελεσματικότητα και την επιρροή της ίδιας της G7».
Θεωρεί ότι αυτές οι διαμάχες λαμβάνουν χώρα σε ένα πλαίσιο στο οποίο η παγκόσμια επιρροή της Δύσης ολοένα και περισσότερο φθίνει.
«Το συνδυασμένο ΑΕΠ της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών κάποτε αντιπροσώπευε περισσότερο από το 60% της παγκόσμιας οικονομίας. Σήμερα είναι περίπου 40%», δήλωσε ο Ντίνγκ.
Υποστήριξε ότι η Δύση γίνεται όλο και λιγότερο ικανή να συντονίσει τις παγκόσμιες υποθέσεις. Εν τω μεταξύ, η Ευρώπη αντιμετωπίζει αυξανόμενες προκλήσεις στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ σχετικά με το εμπόριο, την ασφάλεια, την άμυνα, ακόμη και τις κοινές αξίες που κάποτε μοιραζόντουσαν.