Δυο διαφορετικές απαντήσεις της Κομισιόν, από τον Μαργαρίτη Σχοινά, Επίτροπο για τον Ευρωπαϊκό Τρόπο Ζωής και από τον Ντιντιέ Ρείντερς, Επίτροπο Δικαιοσύνης, συγκλίνουν στο ότι ο τρόπος διορισμού του προέδρου και αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συνιστούν απειλή για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, δια των δυο αρμόδιων Επιτρόπων της σε ισάριθμες ερωτήσεις, που κατέθεσαν ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Δημήτρης Παπαδημούλης και ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Στέλιος Κούλογλου, η Κομισιόν «τάσσεται σθεναρά εναντίον οποιασδήποτε μορφής αντισημιτισμού, ο οποίος είναι ασυμβίβαστος με τις θεμελιώδεις αξίες και αρχές στις οποίες βασίζεται η ΕΕ».
Απαντώντας στην ερώτηση των Ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για την προαγωγή σε θέση Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου δικαστικού, γνωστής για τις αντισημιτικές της απόψεις και υπέρ της αθώωσης του εγκεφάλου του εθνικοσοσιαλισμού στην Ελλάδα, η Επιτροπή τονίζει πως:
«Η ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ καλύπτει διάφορες μορφές και εκδηλώσεις ρατσισμού και μισαλλοδοξίας, συμπεριλαμβανομένων των αντισημιτικών εγκλημάτων μίσους και της ρητορικής μίσους» και υπενθυμίζει ότι «παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις όσον αφορά το κράτος δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας».
Ενημερώνει, δε, ότι έχει απευθύνει συστάσεις στο κάθε κράτος-μέλος και «η πρώτη σύσταση που απευθύνεται στην Ελλάδα αφορά την ανάγκη συμμετοχής του δικαστικού σώματος στον διορισμό του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα για τους διορισμούς δικαστών».
Οι πλήρεις ερωτήσεις των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και οι απαντήσεις των Επιτρόπων
Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-002990/2022
προς την Επιτροπή
Άρθρο 138 του Κανονισμού
Δημήτριος Παπαδημούλης (The Left)
Στη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Ελλάδας στις 30 Αυγούστου 2022, επικυρώθηκε η εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης για την προαγωγή στη θέση της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, δικαστικού που, όπως σημειώνει το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος στην έντονη διαμαρτυρία του[1], είχε μειοψηφήσει στο δικαστήριο του πρώτου βαθμού υπέρ της αθώωσης του, γνωστού για τη νεο-ναζιστική του δράση, Κωνσταντίνου Πλεύρη, συγγραφέα του αντισημιτικού βιβλίου «Εβραίοι, όλη η αλήθεια», συντάσσοντας ένα εκτενές σκεπτικό 32 σελίδων που δικαιολογούσε τις ακραία αντισημιτικές απόψεις του συγγραφέα. Η προαγωγή της συγκεκριμένης δικαστικού στη θέση της Αντιπροέδρου ενός εκ των Ανώτατων Δικαστηρίων της χώρας προκάλεσε την έντονη αντίδραση και του Ευρωπαϊκού Ισραηλιτικού Συμβουλίου[2], αλλά και ιδιαίτερα επικριτικά σχόλια από τον διεθνή Τύπο[3]. Αντιδράσεις έχουν προκληθεί ακόμη και εντός του κυβερνώντος κόμματος[4].
Με δεδομένο ότι η Επιτροπή έχει υιοθετήσει στρατηγική για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού και τη διαφύλαξη της εβραϊκής ζωής (2021-2030)[5], αναγνωρίζοντας ότι οι δικαστικές αρχές «διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας για τη ρητορική μίσους και τα εγκλήματα μίσους (συμπεριλαμβανομένης της απόφασης-πλαισίου) και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των θυμάτων»,
ερωτάται η Επιτροπή:
1. Θεωρεί ότι τέτοιες ενέργειες συμβάλλουν στην καταπολέμηση της μισαλλοδοξίας και του αντισημιτισμού σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της δικαιοσύνης;
2. Πώς προχωρά η υλοποίηση της στρατηγικής για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού στην Ελλάδα αλλά και το σύνολο των κρατών μελών;
Απάντηση του αντιπροέδρου κ. Σχοινά εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Η Επιτροπή τάσσεται σθεναρά εναντίον οποιασδήποτε μορφής αντισημιτισμού, ο οποίος είναι ασυμβίβαστος με τις θεμελιώδεις αξίες και αρχές στις οποίες βασίζεται η ΕΕ. Η ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ καλύπτει διάφορες μορφές και εκδηλώσεις ρατσισμού και μισαλλοδοξίας, συμπεριλαμβανομένων των αντισημιτικών εγκλημάτων μίσους και της ρητορικής μίσους[1]. Ωστόσο, είναι αρμοδιότητα των κρατών μελών να διερευνούν και να διώκουν, όταν πρέπει, εικαζόμενα συγκεκριμένα περιστατικά ρητορικής μίσους. Όσον αφορά τη διαδικασία διορισμού στο δικαστικό σώμα, η Επιτροπή παραπέμπει το αξιότιμο μέλος του Κοινοβουλίου στην απάντησή της στην ερώτηση E-002958/2022.
Η στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού και τη διαφύλαξη της εβραϊκής ζωής (2021-2030)[2] παρουσιάστηκε στις 5 Οκτωβρίου 2021. Η στρατηγική της ΕΕ περιλαμβάνει σχεδόν εκατό δράσεις, από τις οποίες περισσότερες από τις μισές βρίσκονται στο στάδιο της εφαρμογής. Στα συμπεράσματά του για την καταπολέμηση του ρατσισμού και του αντισημιτισμού[3], τα οποία εξέδωσε στις 4 Μαρτίου 2022, το Συμβούλιο κάλεσε όλα τα κράτη μέλη να αναπτύξουν εθνικές στρατηγικές, όπως προβλέπεται στη στρατηγική της ΕΕ, και να προσπαθήσουν να το πράξουν έως το τέλος του 2022. Η Επιτροπή σημειώνει ότι η Ελλάδα ενέκρινε το 2019 τον ορισμό εργασίας για τον αντισημιτισμό της Διεθνούς Συμμαχίας για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος (IHRA), άσκησε την προεδρία της IHRA το 2021 και το 2020 ενέκρινε εθνικό σχέδιο δράσης κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας. Το 2024 θα δημοσιευτεί έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της στρατηγικής της ΕΕ, η οποία θα περιλαμβάνει την παρακολούθηση της προόδου σε εθνικό επίπεδο, λαμβανομένων υπόψη των δηλώσεων του Συμβουλίου για τον αντισημιτισμό του 2018[4] και του 2020[5].
Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-002958/2022
προς την Επιτροπή
Άρθρο 138 του Κανονισμού
Στέλιος Κούλογλου (The Left)
Η υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων προανήγγειλε ότι θα υποχρεώνει όσους μαθητές επιθυμούν απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών να δηλώνουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Επειδή αυτό συνιστά παραβίαση προσωπικών δεδομένων, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, με γνωμοδότησή της, την οποία η υπουργός αγνοεί, ζητά η απαλλαγή να γίνεται με απλή επίκληση λόγων συνείδησης.[1]
Η κυβέρνηση προήγαγε σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου δικαστικό, γνωστή για τις αντισημιτικές της απόψεις και υπέρ της αθώωσης του εγκεφάλου του εθνικοσοσιαλισμού στην Ελλάδα. Στην απόφαση αντέδρασε το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος, η αντιπολίτευση αλλά και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, εκφράζοντας αγωνία για την προάσπιση των αξιών της δημοκρατίας απέναντι στη μισαλλοδοξία από την Ελληνική Δικαιοσύνη.[2]
Στην υπόθεση παρακολούθησης, από την Υπηρεσία Πληροφοριών και το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator, ενός δημοσιογράφου και του ευρωβουλευτή-Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, κ. Ανδρουλάκη, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου διέταξε έρευνα όχι για τους υπεύθυνους των υποκλοπών αλλά για το πώς διέρρευσε η είδηση στα ΜΜΕ. Η εταιρεία Ιntellexa, που εμπορεύεται το λογισμικό και έχει έδρα την Αθήνα, δεν έχει ακόμη ελεγχθεί.
Ανησυχεί η Επιτροπή για
1. την παραβίαση των ευρωπαϊκών αρχών περί ανεξιθρησκείας και την επιβράβευση του αντισημιτισμού, όπως ορίζονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ;[3]
2. τη συνεχή υποβάθμιση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα και πιθανή χειραγώγηση της Δικαιοσύνης;
Απάντηση του κ. Reynders εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να διασφαλίζει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, τη θρησκευτική ελευθερία, η οποία προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 10 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Επίσης, η Επιτροπή τάσσεται σθεναρά εναντίον οποιασδήποτε μορφής αντισημιτισμού, ο οποίος είναι ασυμβίβαστος με τις θεμελιώδεις αξίες και αρχές στις οποίες βασίζεται η ΕΕ. Προς τούτο η Επιτροπή παρουσίασε τον Οκτώβριο του 2021 τη στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού και τη διαφύλαξη της εβραϊκής ζωής[1]. Εκτός αυτού, η ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ καλύπτει διάφορες μορφές και εκδηλώσεις ρατσισμού και μισαλλοδοξίας, συμπεριλαμβανομένων των αντισημιτικών εγκλημάτων μίσους και της ρητορικής μίσους[2]. Ωστόσο, είναι αρμοδιότητα των κρατών μελών να διερευνούν και να διώκουν, όταν πρέπει, εικαζόμενα συγκεκριμένα περιστατικά ρητορικής μίσους.
Η Επιτροπή εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά τις διάφορες εξελίξεις όσον αφορά το κράτος δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης για το κράτος δικαίου. Αυτό περιλαμβάνει τις εξελίξεις που σχετίζονται με το δικαστικό σώμα. Στην έκθεση του 2022 για το κράτος δικαίου, η οποία δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2022[3], διατυπώνονται για πρώτη φορά συγκεκριμένες ειδικές ανά χώρα συστάσεις, οι οποίες στόχο έχουν να ενθαρρύνουν θετικές εξελίξεις και να βοηθήσουν τα κράτη μέλη να εντοπίσουν πού ενδέχεται να χρειαστούν βελτιώσεις ή να δοθεί συνέχεια σε πρόσφατες αλλαγές ή μεταρρυθμίσεις. Η πρώτη σύσταση που απευθύνεται στην Ελλάδα αφορά την ανάγκη συμμετοχής του δικαστικού σώματος στον διορισμό του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα για τους διορισμούς δικαστών.