Το κορυφαίο στέλεχος του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ελευθερία του Τύπου μιλά για το καθεστώς εκτεταμένων πιέσεων και παρεμβάσεων στους δημοσιογράφους στην Ελλάδα, ενώ υπογραμμίζει την έλλειψη πληροφοριών για τις έρευνες γύρω από τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ. Απαντώντας στον κυβερνητικό εκπρόσωπο, o Λάουρενς Χέτινγκ επισημαίνει ότι «υπάρχει πρόβλημα με την ελευθερία του Τύπου στη χώρα» και σημειώνει ότι και στην Πολωνία κυβερνητικοί παράγοντες αρνήθηκαν να συναντηθούν με τους εκπροσώπους των οργανώσεων.
Γιατί αποφάσισε το Media Freedom Rapid Response να πραγματοποιήσει αποστολή στην Ελλάδα;
Το MFRR ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Μάρτιο του 2020. Στο πλαίσιό του παρακολουθούμε συστηματικά τις παραβιάσεις της ελευθερίας του Τύπου στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες. Αμέσως μετά την έναρξη του έργου του και συνεχώς από τότε, έχουμε καταγράψει μια σταθερή ροή ειδοποιήσεων από την Ελλάδα. Μέσω αυτής αντιληφθήκαμε ένα τοπίο στο οποίο είναι δύσκολο για τους δημοσιογράφους να εργαστούν με ασφάλεια και χωρίς εμπόδια από εκτεταμένες πιέσεις και παρεμβάσεις. Αποφασίσαμε να οργανώσουμε την αποστολή για να εμβαθύνουμε στην κατανόηση των προβλημάτων και να προκαλέσουμε την προσοχή των τοπικών και διεθνών φορέων.
Οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι η δολοφονία του Γ. Καραϊβάζ αποτελεί τραγικό σημείο κατωφλίου για την ασφάλεια των δημοσιογράφων στην Ελλάδα. Είστε απογοητευμένοι από τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες αξιωματούχοι χειρίζονται τις προσπάθειες εξιχνίασης του εγκλήματος αυτής της δολοφονίας;
Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με την πρόοδο της έρευνας καθιστά δύσκολο να εκτιμηθεί σε ποιον βαθμό πληρούνται τα περιφερειακά πρότυπα που έχουν τεθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι απαιτήσεις διαφάνειας και δημόσιου ελέγχου δεν πληρούνται επί του παρόντος. Αυτή η αβεβαιότητα είχε ανατριχιαστικό αποτέλεσμα. Καλούμε τις ελληνικές αρχές να διασφαλίσουν ότι οι δράστες και οι εγκέφαλοι θα οδηγηθούν γρήγορα στη Δικαιοσύνη και να βελτιώσουν τη δυνατότητα αναλογικού εξονυχιστικού ελέγχου της έρευνας.
Ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης δήλωσε χθες ότι η αναφορά του MFRR «προσβάλλει τόσο τον ελληνικό Τύπο και τους λειτουργούς του όσο και τους θεσμούς της Πολιτείας μας». Πώς το σχολιάζετε αυτό;
Λυπάμαι που η μόνη απάντηση από την ελληνική κυβέρνηση μέχρι στιγμής είναι ένα έντονο σχόλιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εξετάζοντας τα γεγονότα, είναι σαφές ότι υπάρχει πρόβλημα με την ελευθερία του Τύπου στη χώρα. Θα καλωσόριζα έναν εποικοδομητικό διάλογο σχετικά με λύσεις που θα προωθήσουν την ασφάλεια των δημοσιογράφων και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και παραμένω πρόθυμος να συζητήσω τα ευρήματα της έκθεσης με τις Αρχές.
Κατά τη διάρκεια της αποστολής, οι εκπρόσωποί της συναντήθηκαν με διάφορους δημοσιογράφους και εκπροσώπους δημοσιογραφικών σωματείων. Ποιο ήταν το κύριο μήνυμα που λάβατε;
Οι συνθήκες εργασίας για τους Έλληνες δημοσιογράφους ήταν κεντρικό θέμα συζήτησης με τα συνδικάτα, τα οποία υπογράμμισαν την επισφάλεια του επαγγέλματος. Συμφωνώ μαζί τους ότι οι δημοσιογράφοι στη χώρα έχουν πληρώσει ιδιαίτερα υψηλό τίμημα στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και των επακόλουθων μέτρων λιτότητας, γεγονός που επιτείνει τα σημερινά προβλήματα.
Υπάρχουν κοινές κυβερνητικές πρακτικές σε όλη την Ε.Ε. που υπονομεύουν την ελευθερία του Τύπου. Τι είναι διαφορετικό, ιδιαίτερο ή πιο έντονο στην Ελλάδα; Η Ελλάδα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, όπως η Ουγγαρία, η Βουλγαρία ή η Μάλτα;
Δεν νομίζω πως είναι χρήσιμο να συγκρίνουμε αυτές τις χώρες μεταξύ τους, καθώς διαφέρουν οι ακριβείς συνθήκες κάτω από τις εμφανίζουν κακές επιδόσεις σε ό,τι αφορά την ελευθερία του Τύπου. Ωστόσο, για την ανάλυση των προβλημάτων υπάρχει κοινό πλαίσιο, βασισμένο στα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στην έκθεση χρησιμοποιήσαμε αυτά τα κοινά πρότυπα ως σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της κατάστασης της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα. Από την ανάλυση αυτή προκύπτει το συμπέρασμα ότι η κατάσταση στη χώρα πράγματι επιδεινώνεται.
Οι εκπρόσωποι των οργανώσεων συναντήθηκαν με τον γενικό γραμματέα Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης. Αντιθέτως, επανειλημμένα αιτήματα για συναντήσεις με το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και το υπουργείο Δικαιοσύνης έμειναν αναπάντητα. Είναι σύνηθες κυβερνητικοί αξιωματούχοι να αρνούνται να συνομιλήσουν με μια τόσο σημαντική αποστολή; Υπάρχουν άλλες χώρες στις οποίες έχετε δει τέτοια συμπεριφορά;
Συνήθως συναντάμε κυβερνητικούς αξιωματούχους κατά τη διάρκεια τέτοιων αποστολών, συμπεριλαμβανομένων άλλων για τις οποίες έχουμε εκδώσει επικριτικές αναφορές και δηλώσεις, όπως για παράδειγμα η Σλοβενία ή η Σερβία. Τούτου δοθέντος, δυστυχώς δεν πρόκειται για μια εντελώς μοναδική κατάσταση: και κατά τη διάρκεια της διερευνητικής αποστολής του MFRR στην Πολωνία τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2020 επανειλημμένα αιτήματα για συνάντηση με εκπροσώπους του κυβερνώντος κόμματος και άλλους αξιωματούχους παρέμειναν αναπάντητα.
