Οι Νόμοι 3852/2010 («Καλλικράτης») και 4555/2018 («Κλεισθένης Ι») αποτέλεσαν σημαντικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες προς ένα πιο αυτόνομο και δημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι επί πολλές δεκαετίες λειτουργούσαν σε ένα αναχρονιστικό καθεστώς διοίκησης που συγκέντρωνε σχεδόν όλες τις διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της κυβέρνησης Μητσοτάκη άρχισε η μεθοδική αποδόμηση του θεσμικού πλαισίου όπως είχε διαμορφωθεί μετά και την εφαρμογή του «Κλεισθένη Ι» με βασικό στόχο την αλλοίωση των πολιτικών συσχετισμών που είχαν προκύψει από τις κάλπες με το σύστημα της απλής αναλογικής και τη συγκέντρωση κρίσιμων αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σε μια απόλυτα ελεγχόμενη από τους δημάρχους οικονομική επιτροπή.
Με το πρόσφατο νομοσχέδιο Βορίδη - Πέτσα για τον τρόπο εκλογής των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων, η κυβέρνηση, με το πρόσχημα της εξασφάλισης της λεγόμενης «κυβερνησιμότητας», έρχεται να ολοκληρώσει το αναχρονιστικό «όραμά» της για την Τοπική Αυτοδιοίκηση με την κατάργηση της απλής αναλογικής και την οριστική αφαίρεση σημαντικών αρμοδιοτήτων από το δημοτικό συμβούλιο υπέρ της οικονομικής επιτροπής.
Το εν λόγω νομοσχέδιο αποτελεί κλασική περίπτωση κακής νομοθέτησης, καθώς, πέρα από την πρόδηλη αντισυνταγματικότητα και την ασυμβατότητα αρκετών διατάξεών του με τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Αυτονομίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δεν συνοδεύεται από καμία έκθεση επιστημονικών συμπερασμάτων για τη λειτουργία των αυτοδιοικητικών θεσμών που αναδείχθηκαν μέσα από το σύστημα της απλής αναλογικής.
Το νομοσχέδιο επαναφέρει ένα υπέρμετρα πλειοψηφικό σύστημα, με εκλογή δημάρχου (και περιφερειάρχη) από τον πρώτο γύρο με 43% και bonus υπέρ του πρώτου συνδυασμού, που θα καταλαμβάνει πλέον τουλάχιστον τα 3/5 των εδρών του δημοτικού και περιφερειακού συμβουλίου. Προβλέπεται επίσης μείωση του αριθμού των αιρετών, πλαφόν 3% για την είσοδο ενός συνδυασμού στο δημοτικό και περιφερειακό συμβούλιο, κατάργηση των κοινοτήτων με πληθυσμό μέχρι 300 κατοίκους και αφαίρεση της αυτονομίας των κοινοτικών συμβουλίων με την ενσωμάτωση των υποψηφίων στα δημοτικά ψηφοδέλτια.
Είναι προφανές ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να δημιουργήσει ένα συγκεντρωτικό, δημαρχοκεντρικό σύστημα, που αποδυναμώνει την ανεξαρτησία των κοινοτικών συμβουλίων και μειώνει δραστικά τη δυνατότητα ελέγχου των πεπραγμένων τής δημοτικής αρχής από τα δημοτικά συμβούλια, περιορίζοντας σημαντικά τον πολιτικό πλουραλισμό με τον αποκλεισμό των μικρότερων παρατάξεων που δεν συγκεντρώνουν το πλαφόν εισόδου του 3%.
Η «κυβερνησιμότητα»...
Το άλλοθι της «κυβερνησιμότητας» δεν πείθει πλέον κανέναν προοδευτικό πολίτη, καθώς η δυνατότητα αποτελεσματικής διοίκησης των δήμων και των περιφερειών προκύπτει κυρίως μέσα από τις ανάγκες τής τοπικής κοινωνίας και τους συσχετισμούς δυνάμεων που αναπτύσσονται μέσα από προγραμματικές συμπράξεις και πολιτικές συναινέσεις για την αποτελεσματική διαχείριση των τοπικών υποθέσεων. Εξάλλου, μετά από σχεδόν δύο χρόνια λειτουργίας των αυτοδιοικητικών θεσμών όπως προέκυψαν με το σύστημα της απλής αναλογικής, δεν παρατηρούνται φαινόμενα ακυβερνησίας ή παράλυσης της λειτουργίας τους τουλάχιστον για λόγους που άπτονται του τρόπου εκλογής τους. Αντίθετα, τα όποια προβλήματα οφείλονται κυρίως στην απαξίωση και την υποβάθμιση των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων μετά από τις όψιμες νομοθετικές παρεμβάσεις τής κυβέρνησης.
Στη σχετική συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο τελευταίο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων μετά από πρωτοβουλία της «Ανοιχτής Πόλης», ζητήσαμε την απόσυρση του νομοσχεδίου προτείνοντας παράλληλα μια προοδευτική μεταρρύθμιση σε συνέχεια του προγράμματος «Κλεισθένης Ι» για μια σύγχρονη, ανεξάρτητη και αποτελεσματική Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Ενδεικτικά, οι προτάσεις αυτές αφορούν στην ενίσχυση της συμμετοχής των δημοτών στον σχεδιασμό και στη λήψη των αποφάσεων (συμμετοχικός προϋπολογισμός, υποχρεωτική ενεργοποίηση της μόνιμης επιτροπής διαβούλευσης και των συνελεύσεων κατοίκων στις τοπικές κοινότητες), τον ισότιμο ψηφιακό μετασχηματισμό, την πράσινη μετάβαση και την ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ, καθώς και τη δυνατότητα συμμετοχής των μεταναστών που διαμένουν μόνιμα στη χώρα μας στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Προτάσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράλληλα και τη βάση για τη δημιουργία συναινέσεων και συμπράξεων ανάμεσα στις προοδευτικές παρατάξεις προς τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές.
* Ο Δημήτρης Αγανίδης είναι δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων με την παράταξη της «Ανοιχτής Πόλης»