Του Γιάννη Κουτσοκώστα
Κάλλιο αργά, παρά αργότερα. Μετά από κυοφορία μηνών και εν μέσω μιας πρωτοφανούς καταιγίδας μιντιακών απειλών και «γαλάζιων» μπλόκων, παρασπονδιών και υπεκφυγών, η ρύθμιση για τις τηλεοπτικές άδειες είναι από τα μεσάνυχτα της περασμένης Πέμπτης νόμος του κράτους. Για την κυβέρνηση, και όχι μόνο είναι μια κορυφαία μεταρρύθμιση, που φιλοδοξεί να θέσει κανόνες στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, να βάλει τέλος στο ανώμαλο... τέρας της διαπλοκής και να δώσει οξυγόνο στην ενημέρωση και εν τέλει στη Δημοκρατία.
Ώς εδώ όλα καλά. Και στη Βουλή αποδείχθηκαν εύκολα για την κυβέρνηση και αποκαλυπτικά για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Εύκολα για την κυβέρνηση γιατί «πέρασε» τη ρύθμιση «καβάλα στο άλογο» της διαφάνειας, της ισονομίας και των καθαρών σχέσεων, αλλά και γιατί «αντιμετώπισε» έναν «αντίπαλο», τη διαπλοκή, ισχυρό μεν, αλλά απαξιωμένο στα μάτια της κοινής γνώμης, πνιγμένο στα αδιέξοδα που ο ίδιος δημιούργησε.
Και ήταν αποκαλυπτικά για την αντιπολίτευση γιατί έχασε, για την ακρίβεια αγνόησε, μια μοναδική ευκαιρία: να δώσει το "παρών" σε μια απλή, αναγκαία και ωφέλιμη και για την ίδια διαδικασία εξυγίανσης του πολιτικού συστήματος, μια διαδικασία που βάζει τις βάσεις για τον απογαλακτισμού του από το καθεστώς της διαπλοκής. Η αντιπολίτευση, με τις αποχρώσεις και τις διαφορετικές οπτικές της, όταν βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα, δεν είχε δίλημμα: τάχθηκε αναφανδόν με τη διαπλοκή, πυροβολώντας στην ουσία τα πόδια της.
Η διαπλοκή, τα κόμματα και η εκτροπή
Και δεν αναφέρομαι μόνο στα γνωστά «παιδιά» του μιντιακού σωλήνα, το Ποτάμι του Στ. Θεοδωράκη και το ΠΑΣΟΚ της Φώφης Γεννηματά, αλλά κυρίως στη Ν.Δ. και στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το νέο ήθος και ύφος που ευαγγελιζόταν εξανεμίστηκε γρήγορα και ο μεταρρυθμιστικός του οίστρος, με τον οποίο αναδείχθηκε στην ηγεσία της Ν.Δ., κράτησε μόνο λίγες μέρες. Το κόμμα του, που θέλει να εκπροσωπήσει τη σοβαρή αστική τάξη της χώρας και να διεκδικήσει εκ νέου την εξουσία, έχει ήδη διολισθήσει στον λαϊκισμό και μάλιστα στην πιο βάρβαρη, τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του. Αυτή η διολίσθηση οδήγησε τη Ν.Δ. να κωλυσιεργεί για μήνες στη συγκρότηση του ΕΣΡ, να στοιχίζεται την κρίσιμη ώρα στη Βουλή με τη διαπλοκή και να μένει έτσι ο Βύρων Πολύδωρας να προσπαθεί, μόνος, να σώσει την... τιμή της παράταξης.
Και ώς εδώ όλα καλά και μάλλον εύκολα. Τα δύσκολα είναι μπροστά για την κυβέρνηση και για τον τόπο. Κανένα... τέρας δεν παραδίδει έτσι εύκολα τα όπλα του. Αντίθετα γίνεται πιο επιθετικό όταν αισθάνεται ότι κινδυνεύει. Και κάθε φορά που τα κυβερνητικά λόγια θα απέχουν από τις κυβερνητικές πράξεις, κάθε φορά που θα βρίσκει ρωγμές, ασάφειες και παλινωδίες, κάθε φορά που ένα κυβερνητικό μέτρο θα πλήττει πολύ ή λίγο μια κοινωνική ομάδα, το... τέρας θα είναι εκεί. Κάθε φορά και πιο επικίνδυνο. Το είδαν μπροστά τους πολλοί υπουργοί, το νιώθουν ήδη ο Κατρούγκαλος, ο Τσακαλώτος και ο Αποστόλου, θα το αισθανθεί οσονούπω και ο Παππάς. Το νιώθει πάντα και σταθερά ο ίδιος ο Τσίπρας, ο οποίος, όταν χαρακτήρισε θεσμική εκτροπή την άρνηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης να συναινέσουν σε μια στοιχειώδη εξυγίανση του τηλεοπτικού τοπίου, μάλλον σαν χάδι ακούστηκε.
«Πόλεμος» μέχρις εσχάτων
Γιατί, ανεξαρτήτως προθέσεων, αντιθέσεων και κάποιων εξαιρέσεων, τα τελευταία 25 χρόνια είχε επικρατήσει στην Ελλάδα ένα γενικευμένο καθεστώς ανομίας, αναρχίας και διαπλοκής στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, το οποίο νόθευε την ενημέρωση, έπληττε την οικονομία, υπονόμευε την ίδια τη Δημοκρατία. Ένα νέο, προσοδοφόρο και εύπεπτο προϊόν, στα χέρια των επιτηδείων της αγοράς και υπό την ανοχή και συνενοχή του πολιτικού συστήματος, μετατράπηκε μεθοδικά και οργανωμένα σε ένα λαμπερό θερμοκήπιο που παρήγαγε πολιτικές και... πολιτικούς, χειραγωγούσε πολιτικά, πολιτισμικά και αισθητικά την κοινή γνώμη, φούσκωνε πορτοφόλια και λογαριασμούς, συνήθως στο εξωτερικό, εισέπραττε εκατοντάδες εκατομμύρια θαλασσοδάνεια ακόμα κι όταν η υπόλοιπη αγορά είχε στεγνώσει.
Ουδείς και ουδέποτε επιχείρησε να ελέγξει, να «απειλήσει» αυτό το καθεστώς. Και όσοι προσπάθησαν κατά καιρούς να βάλουν τάξη στην αταξία, στο τέλος χάθηκαν από τον χάρτη. Ισοπεδώθηκαν από τις ερπύστριες της διαπλοκής, η οποία, μέσα στο μεγαλείο της παντοδυναμίας της, δεν επιχείρησε καν να αυτοπροστατευθεί. Και δεν το κάνει ούτε τώρα, που μια κυβέρνηση, γέννημα της κρίσης, η κυβέρνηση της Αριστεράς, επιχειρεί να τακτοποιήσει το χάος στο τηλεοπτικό τοπίο. Και αυτό ήταν αιτία πολέμου, ενός πολέμου που ξεκίνησε πριν από τις εκλογές, είχε διακυμάνσεις, αλλά τώρα κορυφώνεται. Και μοιάζει πόλεμος μέχρις εσχάτων. Από τη μία ολιγάρχες, βαρόνοι των μίντια και κόμματα αστικά, ημιαστικά και περιαστικά. Και από την άλλη μια κυβέρνηση, με νωπή λαϊκή εντολή, που προσπαθεί με λάθη, αβλεψίες και παλινωδίες να εφαρμόσει την πολιτική της, σε ένα εξαιρετικά δυσμενές, ασταθές και πολλές φορές εκρηκτικό πολιτικό, κοινωνικό και διεθνές περιβάλλον. Το ποιος θα κερδίσει στο τέλος θα εξαρτηθεί από τις αντοχές και των δύο πλευρών. Αυτό που είναι σίγουρο είναι το ποιος πρέπει να κερδίσει.