Του Γιάννη Σιώτου
Μπορεί για τον μέσο Έλληνα το Ιράν να φαντάζει πολύ μακρινό, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι ευκαιρίες για μπίζνες αλλά και η τεχνογνωσία που προσφέρει στη διαχείριση των κρίσεων είναι μοναδικές.
Η ιρανική οικονομία έχει παραλύσει εξαιτίας κάποιων από τις πιο αυστηρές οικονομικές κυρώσεις του 21ου αιώνα. Παρά το γεγονός ότι το Ιράν έχει υποστεί τις κυρώσεις των ΗΠΑ από την Ισλαμική Επανάσταση το 1979, η οικονομία του είχε καταφέρει να αναπτύσσεται τα περισσότερα από τα χρόνια που ακολούθησαν, δηλαδή έως ότου τέθηκαν σε ισχύ οι κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών το 2006. Οι κυρώσεις αυτές στοχεύουν βασικούς τομείς της οικονομίας του Ιράν (τράπεζες, φυσικό αέριο, πετρέλαιο, πετροχημικά και ναυτιλία για να αναφέρουμε μερικούς) και οδήγησε σε συρρίκνωση της ιρανικής οικονομίας κατά 15%.
Τα πράγματα χειροτέρεψαν το 2012, όταν οι κυρώσεις άρχισαν να στοχεύουν την κεντρική τράπεζα της χώρας. Αυτή η κίνηση απαγορεύει σε Ιρανούς πελάτες να συμμετέχουν σε διεθνείς συναλλαγές και περιορίζει τη ροή κεφαλαίων στο Ιράν, κάτι που μείωσε δραματικά την ικανότητα της χώρας να δημιουργήσει οικονομική μεγέθυνση που θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις απώλειες σε άλλους τομείς. Η απώλεια εσόδων από το πετρέλαιο προκάλεσε μια μαζική μείωση των δημοσίων επενδύσεων (η Τεχεράνη εξαρτάται από τις εξαγωγές πετρελαίου που αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% των δημοσίων εσόδων) και σχεδόν 80% υποτίμηση του ιρανικού νομίσματος. Μέχρι το 2013, ο πληθωρισμός έφθασε στο επίπεδο ρεκόρ 40%.
Παρ' όλα αυτά, όπως αναφέρει η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΑΕΠ του Ιράν αυξήθηκε κατά 1,5% το 2014, μετά από δύο χρόνια οικονομικής ύφεσης. Τα έσοδα από το πετρέλαιο του Ιράν είναι απαραίτητα για την ανάκαμψη της χώρας κατά τα επόμενα χρόνια, καθώς η οικονομία του εξαρτάται από αυτό το εισόδημα για τις δημόσιες επενδύσεις και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Αλλά η περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη στο Ιράν δεν θα εξαρτηθεί από τα πετρελαϊκά έσοδα και μόνο. Το έθνος αποτελεί την πατρίδα ενός νεαρού, ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, το 20% του οποίου διαθέτει κολεγιακή μόρφωση. Αυτό έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ινδίας και της Βραζιλίας, στις οποίες οι εργαζόμενοι με τριτοβάθμια εκπαίδευση καλύπτουν λιγότερο από το 10% του εργατικού δυναμικού. Οι Ιρανοί απόφοιτοι κολεγίων έχουν εκπαιδευτεί σε επιστημονικά πεδία, σε αναδυόμενες τεχνολογίες και στη μεταποίηση και το προϊόν που θα απολαύσουν σε ένα "μετά τις κυρώσεις" Ιράν μπορεί να επισκιάσει τα οικονομικά οφέλη που αναμένονται από τον πετρελαϊκό τομέα που επίκειται να ξανανοιχτεί (στον κόσμο). Παρά τις οικονομικές και διπλωματικές προκλήσεις, το Ιράν συνεχίζει να αποδίδει καλά σε δείκτες ανθρώπινης ανάπτυξης, όπως η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη και οι κοινωνικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με τον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, το Ιράν έχει βελτιωθεί κατά 67% την τελευταία δεκαετία. Το ποσοστό αλφαβητισμού της νεολαίας του έθνους είναι 98% και το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί δραματικά, από τα 54 χρόνια το 1980, στα 74 έτη το 2012. Το Ιράν κατατάσσεται μεταξύ των κορυφαίων 20 οικονομιών στον κόσμο με όρους ΑΕΠ, καθώς και σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης.
Το απόθεμα ανθρώπινου κεφαλαίου του Ιράν μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο απτή αντιπροσώπευση του πλούτου του. Ακόμα και κατά τη διάρκεια του σημερινού καθεστώτος κυρώσεων, το Ιράν έχει παραμείνει ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές της Μέσης Ανατολής στην επιστημονική έρευνα. Κατατάσσεται 17ο στην παγκόσμια παραγωγή επιστημονικής γνώσης, τόσο πρόσφατα όσο το 2012. Μερικά από τα κορυφαία τεχνικά πανεπιστήμιά του κατατάσσονται μεταξύ των κορυφαίων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων του κόσμου, με το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Σαρίφ να χαρακτηρίζεται ως «το καλύτερο πανεπιστήμιο στον κόσμο στην προετοιμασία προπτυχιακών ηλεκτρολόγων μηχανικών». Παρά το γεγονός ότι η ιρανική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους (φυσικούς) πόρους, ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει το ανθρώπινο δυναμικό της για την ανάπτυξη εγχώριων βιομηχανικών και μεταποιητικών μονάδων, όπως αυτοκινητοβιομηχανία, κατασκευές, αεροδιαστημική, τηλεπικοινωνίες, εργαλειομηχανές και πετροχημικά. Το 2009, το Ιράν έγινε η 11η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία στον κόσμο, παράγοντας με επιτυχία περισσότερα από 1,6 εκατομμύρια οχήματα. Η κατάταξη αυτή έχει τοποθετήσει την αυτοκινητοβιομηχανία του Ιράν πάνω από ορισμένες χώρες στον αναπτυσσόμενο κόσμο, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο (13η) και η Ιταλία (24η). Με χιλιάδες μηχανικούς να σχεδιάζουν τα εθνικά οχήματα, η αυτοκινητοβιομηχανία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος τομέας της οικονομίας μετά τον πετρελαϊκό και προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία απασχόλησης για τον νεαρό πληθυσμό του Ιράν. Μέχρι στιγμής, οι εξαγωγές του Ιράν έχουν σε μεγάλο βαθμό περιοριστεί στον τομέα της ενέργειας. Αλλά η ικανότητα του Ιράν στις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και επιστημών αιχμής, όπως η έρευνα των βλαστικών κυττάρων και η νανοτεχνολογία, αντιπροσωπεύουν την υπόσχεση για τη δημιουργία οικονομικής ανάπτυξης.
Για να κατανοήσει κανείς τον νέο ρόλο του Ιράν, δεν έχει παρά να μελετήσει τις σχέσεις της Τεχεράνης με το Πεκίνο. Η Τεχεράνη από μόνη της παρουσιάζει σημαντικές στρατηγικές ευκαιρίες για την Κίνα. Μπορεί να βοηθήσει στην άμβλυνση των ανησυχιών επί της ενεργειακής ασφάλειας της Κίνας λόγω της θέσης του Ιράν στο στενό του Ορμούζ -το οποίο αλλιώς θα κυριαρχείται από τους συμμάχους των ΗΠΑ- και έχει τη δυνατότητα να προσφέρει στην Κίνα διαδρομές για αγωγούς μέσω της Κεντρικής Ασίας. Το Ιράν προσφέρει επίσης στην Κίνα την προοπτική βαθύτερης περιφερειακής ασφάλειας.
Μία άλλη σημαντική παράμετρος είναι η προσπάθεια να ενισχύσει την παρουσία της στην περιοχή μέσω επενδύσεων. Στην περίπτωση αυτή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Ιράν έχει το Ιράκ. Η Τεχεράνη έχει υποστηρίξει χρηματοδοτικά ιρακινά ενεργειακά έργα - συγκεκριμένα την κατασκευή σταθμών ηλεκτροπαραγωγής μεγάλης κλίμακας στον κυρίως σιιτικό νότο, ως έναν τρόπο για να τραβήξει τη Βαγδάτη στην τροχιά της Τεχεράνης μέσω του προβληματικού τομέα ηλεκτρικής ενέργειας του Ιράκ.
Και φυσικά κανείς δεν μπορεί να υποβαθμίσει τον ρόλο του Ιράν στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Η είσοδός του στην παγκόσμια αγορά, παρά τον σκληρό ανταγωνισμό από άλλους παραγωγούς της περιοχής, όπως το Ιράκ, το Κουβέιτ και η Σαουδική Αραβία, αλλάζει πολλά δεδομένα τόσο σε επίπεδο προσφοράς όσο και ζήτησης. Για τον λόγο αυτό, διεθνείς εταιρείες πετρελαίου και επενδυτές είχαν ήδη αρχίσει να βλέπουν προς τα απέραντα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου του Ιράν. Ιρανοί αξιωματούχοι του πετρελαίου έχουν προβεί σε αισιόδοξους ισχυρισμούς σχετικά με τις προοπτικές για ενεργειακές εξαγωγές μετά την άρση των κυρώσεων, αλλά η ίδια η βιομηχανία ίσως να μην είναι αρκετά έτοιμη και αυτό είναι ένα τεράστιο πεδίο για μπίζνες. Η κάποτε ευημερούσα βιομηχανία πετρελαίου του Ιράν έχει υποστεί τεράστια οπισθοδρόμηση από το 1979. Η παραγωγή πετρελαίου της Τεχεράνης πριν από το 1979 ήταν πάνω από 5,8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, με δυνητική ικανότητα 6,3 εκατομμύρια, καθιστώντας την, τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο και τον τέταρτο μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου. Η χώρα είχε εννέα καλοδιατηρημένα διυλιστήρια σε λειτουργία και δύο ακόμα ήταν κοντά στην ολοκλήρωσή τους, τα οποία παρείχαν τη δυνατότητα να ικανοποιεί τόσο τις εγχώριες ανάγκες της όσο και να κάνει εξαγωγές. Η υποτονική παραγωγή έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Η πίεση στα κοιτάσματα πετρελαίου του Ιράν έχει πέσει, κάτι που επιβραδύνει και μειώνει την παραγωγή. Μακρές περίοδοι τεχνικών περιορισμών στη λειτουργία τους, έχουν ως αποτέλεσμα μη επαρκώς ρυθμισμένα μηχανήματα. Η φυσική γήρανση των κοιτασμάτων πετρελαίου του έθνους σημαίνει ότι ποτέ δεν θα παράγουν όσο κάποτε.
Στερημένη από τεχνολογικές εξελίξεις, επενδύσεις από το εξωτερικό, καθώς και χρηστή διαχείριση, η βιομηχανία βρίσκεται σε κατάσταση προχωρημένης παρακμής και απαιτεί άμεση προσοχή. Μόνο τυχαίο δεν θα πρέπει να θεωρηθεί το γεγονός ότι από το καλοκαίρι Ιρανοί αξιωματούχοι δήλωναν ότι η βιομηχανία πετρελαίου του Ιράν χρειάζεται επενδύσεις ύψους 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον μήνα για τουλάχιστον πέντε μήνες για να μπορέσει να φτάσει τα προ κυρώσεων επίπεδα παραγωγής. Για να προσελκύσει τέτοιου είδους επενδύσεις, ο υπουργός Βιομηχανίας Reza Nematzadeh έχει πει ότι οι ξένες εταιρείες μπορούν να λάβουν μέρος στη σχεδιαζόμενη ιδιωτικοποίηση των κρατικών ιρανικών εταιρειών πετρελαίου μόλις αρθούν οι κυρώσεις. Αυτό το νέο μοντέλο θα δώσει στους διεθνείς παραγωγούς ένα μεγαλύτερο μερίδιο.