Του Γιάννη Σιώτου
Ο πλανήτης της ανισότητας είναι πλέον πολυεπίπεδη πραγματικότητα. Εργασία, ηλικία φύλο, χώρες, ήπειροι δίνουν τα απτά σημάδια συνεχώς εντεινόμενης και διευρυνόμενης ανισότητας που οδηγεί στο έρεβος, όχι μόνο την οικονομία, αλλά και τη Δημοκρατία.
Το χάσμα μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών χωρών διευρύνεται. Η απόσταση που χωρίζει τις αμοιβές των καλοπληρωμένων στελεχών και των φτωχών εργαζομένων γίνεται μέρα με τη μέρα μεγαλύτερη. Η ψαλίδα των αποδοχών μεταξύ ανδρών και γυναικών χρόνο με τον χρόνο διευρύνεται. Το κενό στις αμοιβές των ακριβοπληρωμένων golden boys με εκείνες των απλών εργαζομένων παρουσιάζει πλέον διαστημικές διαστάσεις. Αποτέλεσμα; Ακόμα και σε αυτή την ευημερούσα Δύση όλα τα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα ανατρέπονται.
Μέχρι πριν από είκοσι χρόνια περίπου, κάθε γενιά ζούσε καλύτερα από την προηγούμενη. Η τάση αυτή άρχισε να αλλάζει από τη δεκαετία του 1990, κυρίως για τη μεσαία τάξη. Σήμερα, σε κάθε νέα γενιά διαπιστώνεται περισσότερη ανισότητα στις ευκαιρίες και την κατανομή του πλούτου. Αλλά και στις φτωχές χώρες ο αριθμός των πεινασμένων αυξάνεται, καθώς η διαφθορά, σε συνδυασμό με τη ληστρική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, οδηγούν κάθε χρόνο εκατομμύρια ανθρώπους στην εξαθλίωση. Αυτό άλλωστε είναι το τίμημα της συναλλαγής των πλουσίων της Δύσης με τα αφεντικά των φτωχών.
Ένα είναι σίγουρο: οι άνθρωποι οδηγούνται σε αδιέξοδο και οι ηγέτες τους δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα για να το αποτρέψουν. Όλα δείχνουν ότι οι νεοφιλεύθερες πολιτικές τα επόμενα χρόνια, όχι μόνο δεν θα κάνουν τίποτε για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, αλλά αντιθέτως θα προσπαθήσουν να χτίσουν ένα ακόμα πιο ισχυρό τείχος για να το διατηρήσουν. Για παράδειγμα, οι συμφωνίες για το παγκόσμιο εμπόριο που προωθούνται, η παντοδυναμία των πολυεθνικών και η σχεδόν ολιγοπωλιακή δομή επιμέρους αγορών, κρίσιμων για την παγκόσμια οικονομία, είναι τα πιο απτά δείγματα για το ότι η ανισότητα δεν αποτελεί «φυσικό φαινόμενο», αλλά προσχεδιασμένη πολιτική που αποτελεί τη βάση της διακυβέρνησης του πλανήτη, οδηγώντας τον σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό δαρβινισμό.
Για να κατανοήσει κανείς το μέλλον, δεν έχει παρά να κωδικοποιήσει στοιχεία και πληροφορίες που καθημερινά βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Για παράδειγμα, στην κρίση των τιμών του πετρελαίου θυσιάστηκαν 250.000 θέσεις εργασίας προκειμένου να μη θιγούν οι αποδοχές των μάνατζερς και τα μερίσματα των μετόχων!
Η μέθοδος αυτή, που εφαρμόζεται με μοναδική συνέπεια τόσο σε επίπεδο αγορών όσο και εθνικών οικονομιών, είναι το «λίπασμα» της ανισότητας. Πρόσφατες μελέτες αποκάλυψαν ότι στις ΗΠΑ ανοίγει κάθε χρόνο περισσότερο η ψαλίδα μεταξύ μεσαίων και ανώτατων εισοδημάτων. Όταν το 1950 ένας διευθύνων σύμβουλος κέρδιζε περίπου 30 φορές περισσότερα από έναν υπάλληλό του, σήμερα βγάζει σχεδόν 300 φορές περισσότερα.
Ακόμα και διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί, όπως ο ΟΟΣΑ, δεν κρύβουν τη νέα πραγματικότητα. Σε έρευνα που έδωσαν πρόσφατα στη δημοσιότητα, οι επιστήμονες του Οργανισμού αποκαλύπτουν:
«Στις περισσότερες χώρες η απόσταση μεταξύ πλούσιων και φτωχών είναι η μεγαλύτερη που καταγράφεται εδώ και 30 χρόνια».
Μάλιστα, επισημαίνουν ότι στις 34 βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου το εισόδημα του 10% των πιο πλούσιων πολιτών είναι 9,6 φορές μεγαλύτερο από εκείνο του 10% των πιο φτωχών. Πρόκειται για συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση: Στη δεκαετία του 1980 τα εισοδήματα των πλουσίων ήταν επταπλάσια από εκείνα των φτωχών. Στη δεκαετία του 1990 ήταν οκταπλάσια, ενώ στην του 2000 ήταν εννιά φορές περισσότερα.
Ακόμα και το φύλο είναι παράμετρος της ανισότητας. Αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι ο ΟΟΣΑ, αναφερόμενος στις διαφορές στα επίπεδα αποδοχών ανάμεσα στα δύο φύλα, χρησιμοποιεί τον όρο «Gender Pay Gap». Οι στατιστικές αποκαλύπτουν ότι στη Δύση οι γυναίκες πληρώνονται περίπου 15% λιγότερο από τους άνδρες. Αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Αρκετές γυναίκες εργάζονται σε επαγγέλματα χαμηλών αποδοχών, όπως πωλήτριες, ενώ παράλληλα έχουν περισσότερες οικογενειακές υποχρεώσεις. Οι μητέρες είναι αυτές που λείπουν συχνότερα και για περισσότερο χρονικό διάστημα από τις εργασιακές τους υποχρεώσεις, ειδικά το πρώτο διάστημα της μητρότητας. Πολύ συχνά μάλιστα επιστρέφουν μετά με καθεστώς ημιαπασχόλησης, όπως επιβεβαιώνει για την περίπτωση της Γερμανίας και το Ινστιτούτο Γερμανικής Οικονομίας στην Κολωνία.
Αλλά και οι νέες μορφές εργασίας, όπως οι θέσεις περιορισμένου χρόνου και ημιαπασχόλησης, έχουν δημιουργήσει στρατιές «φτωχών εργαζόμενων». Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι που εργάζονται υπό αυτά τα καθεστώτα συνήθως απολαμβάνουν μικρότερες αποδοχές έναντι των μόνιμων υπαλλήλων αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης. Στη Γερμανία το 2013 οι εν λόγω άνθρωποι αποτελούσαν περίπου το 40% των εργαζομένων. Στις ΗΠΑ δεν είναι και τόσο δύσκολο να βρεις δουλειά. Το δύσκολο είναι να επιβιώσεις με όσα βγάζεις. Περίπου το 25% των Αμερικανών πληρώνεται με λιγότερα από 10 δολάρια την ώρα, έτσι ώστε είναι ιδιαίτερα δύσκολο να συντηρήσεις οικογένεια.
Πρόσφατη μελέτη της Oxfam αποκάλυψε ότι στο διάστημα μεταξύ 2010 και 2015 η περιουσία των 62 πλουσιότερων ανθρώπων στον κόσμο -όπως αυτοί καταγράφονται από τη λίστα δισεκατομμυριούχων του Forbes- έχει αυξηθεί κατά 44%. Αντιθέτως το ποσοστό ευημερίας περίπου 3,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν στις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη καταγράφει την ίδια περίοδο μείωση της τάξης του 41%. Τα τελευταία 25 χρόνια το μέσο εισόδημα του 10% του παγκόσμιου πληθυσμού καταγράφει αύξηση μόλις κατά 3 δολάρια, ήτοι 2,75 ευρώ ετησίως.
Φυσικά ανάλογα φαινόμενα καταγράφονται και μεταξύ χωρών. Το 30% του πλούτου που υπάρχει στην Αφρική βρίσκεται σε off-shore φορολογικούς παραδείσους, κοστίζοντας σε πολλά αδύναμα οικονομικά κράτη περίπου 14 δισ. δολάρια (12,8 δισ. ευρώ ετησίως), αναφέρει η μελέτη της φιλανθρωπικής οργάνωσης.
Η φτώχεια που γεννά η ανισότητα χτυπά ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, αλλά τα μεγάλα θύματα είναι τα παιδιά. Στοιχεία της UNICEF που δόθηκαν στη δημοσιότητα πριν από δύο χρόνια αποκάλυψαν ότι 230 εκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως δεν έχουν καταγραφεί επισήμως σε κανένα μητρώο. Όπως ανέφεραν οι συντάκτες της έκθεσης, η φτώχεια είναι η συχνότερη αιτία για τη μη καταγραφή των παιδιών. Άνθρωποι σε αγροτικές περιοχές και σε φτωχές συνοικίες μεγάλων πόλεων συχνά δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στις αρμόδιες υπηρεσίες, καθώς πολλοί γονείς δεν διαθέτουν τον απαιτούμενο χρόνο και τα χρήματα για τη μετακίνηση. Άλλες φορές πάλι ακόμη και οι ίδιοι οι γονείς δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα έγγραφα, όπως, για παράδειγμα, ταυτότητα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι αδύνατον να γεφυρωθεί το χάσμα επικοινωνίας, καθώς οι υπάλληλοι των υπηρεσιών δεν μιλούν τις γλώσσες των διάφορων εθνοτικών ομάδων.
Ιδιαίτερα σοβαρό κίνδυνο διατρέχουν τα μη καταγεγραμμένα παιδιά σε χώρες που αντιμετωπίζουν καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή φυσικές καταστροφές, όπως ο τυφώνας Χαϊγιάν στις Φιλιππίνες και ο σεισμός του 2010 στην Αϊτή. Στην περίπτωση της Αϊτής διαπιστώθηκε ότι τα τραυματισμένα από τον σεισμό, αλλά και από την απώλεια των συγγενών τους, παιδιά αντιμετώπιζαν αυξημένο κίνδυνο να πέσουν θύματα απαγωγής.
Σε όλο τον αναπτυσσόμενο κόσμο, τα παιδιά, στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού από πλευράς εισοδήματος, εξακολουθούν να έχουν πιθανότητα κάτω του 50% να επωφεληθούν από την προγεννητική φροντίδα σε σχέση με εκείνα του πλουσιότερου πεμπτημορίου. Επίσης έχουν σχεδόν τριπλάσιες πιθανότητες να είναι λιποβαρή, διπλάσιες πιθανότητες να πεθάνουν πριν από τα πέμπτα τους γενέθλια και, μεταξύ των κοριτσιών, είναι τρεις φορές πιο πιθανό να παντρευτούν πριν από την ηλικία των 18 ετών. Επιπλέον, αυτοί που μειονεκτούν έχουν υποφέρει τα μέγιστα από την αύξηση των τιμών των τροφίμων και των καυσίμων, με αποτέλεσμα πολύ συχνά οι φτωχότερες οικογένειες να πωλούν περιουσιακά στοιχεία ζωτικής σημασίας και να αποσύρουν τα παιδιά τους από το σχολείο.
Για να κατανοήσει κάποιος τι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί δεν έχει παρά να αναλογιστεί ότι τη στιγμή που κάποια golden boys κερδίζουν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο σε κάποιες γωνιές του πλανήτη, ένα κλάσμα των αποδοχών τους θα έσωνε από τον θάνατο εκατομμύρια παιδιά. Σύμφωνα με αναλύσεις σε χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας παιδιών κάτω των πέντε ετών και με τη χειρότερη φτώχεια, ένα εκατομμύριο δολάρια σε επενδύσεις υπέρ της ισότητας θα έσωσαν έως και 60% περισσότερα παιδιά από ό,τι ένα εκατομμύριο δολάρια σε παραδοσιακές επενδύσεις.
Η ανισότητα, από την άλλη πλευρά, εκτός από την οικονομική ανάπτυξη, υποσκάπτει και την πολιτική σταθερότητα. Η ανισότητα, αν καταστεί ανεξέλεγκτη, συμβάλλει στην αδύναμη κοινωνική συνοχή, σε κακούς θεσμούς και στην κακή διακυβέρνηση. Ακόμα κι αν όλα τα άλλα παραμείνουν ίδια, η πιο άνιση κοινωνία είναι πιθανότερο να έχει υψηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας και χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής, χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, περισσότερες εφηβικές εγκυμοσύνες και αύξηση του αριθμού των ανθρωποκτονιών και των ποσοστών φυλάκισης.