Live τώρα    
Ναι, διαδήλωσα στις 14.1.2016! Γιατί;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ναι, διαδήλωσα στις 14.1.2016! Γιατί;

Του Δημήτρη Π. Κυριακαράκου*

Ήταν Σεπτέμβριος του 1999 όταν επέστρεψα στην Ελλάδα μετά από σχεδόν έξι συναπτά έτη απουσίας μου στο Λονδίνο, στη Μ. Βρετανία, όπου σπούδασα εξ υπαρχής νομικά. Λίγο η νοσταλγία, λίγο το αίσθημα του εθνικού ανήκειν και πολύ η αφέλειά μου πως με τις καινοτόμες, διεθνικές σπουδές μου θα είχα τη δυνατότητα, μέσω της ενάσκησης του λειτουργήματός μου, να θέσω τη δική μου «μεταρρυθμιστική» λίθο στην νοοτροπία του μέσου, υπό «εκσυγχρονισμό», συμπολίτη μου διαμόρφωσαν την απόφασή μου για επιστροφή.

Τότε η Ελλάδα ήταν εκείνο το απέραντο εργοτάξιο των ολυμπιακών έργων για τα οποία, κακά τα ψέματα, όλοι, ακόμα και οι πιο δύσπιστοι, καυχηθήκαμε. Η αισιοδοξία ξεχείλιζε στην κοινωνική συμπεριφορά. Η Ελλάδα ξαναγινόταν Ελλαδάρα για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, ενθυμείστε, τότε που πανηγυρικά διώξαμε το Στέμμα μέσω ενός δημοψηφίσματος, οπότε το ΟΧΙ ήταν απολύτως ΟΧΙ.

Ποιος να μας το 'λεγε όμως πως τα εργοτάξια θα κατέληγαν ερείπια; Ποιος να μας το 'λεγε πως η άλλοτε φαντασμαγορική Κηφισίας Avenue, το business center της Αθήνας με τους «γυάλινους» πύργους, θα μαράζωνε;

Η δικηγορία παρακολουθεί αναπόφευκτα τη συναλλακτική κινητικότητα. Μια κοινωνία που δεν συναλλάσσεται, λόγω της παρατεταμένης ανέχειας στην οποία έχει περιέλθει, είναι επόμενο να συρρικνώνει τη δικηγορική ύλη, το δικηγορικό εισόδημα και κατά συνέπεια και τη δυνατότητα των δικηγόρων να καταβάλλουν τις εισφορές τους στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία.

Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε την, εκ των Μνημονίων πορευόμενη, μετατροπή του δικηγορικού λειτουργήματος σε επιτήδευμα με την επιβολή ΦΠΑ στις δικηγορικές αμοιβές, την κατάργηση του αφορολόγητου των 12.000 ευρώ, την επιβολή φορολογικού συντελεστή της τάξεως του 26% στο πρώτο ευρώ, την κατάργηση της υποχρεωτικής παράστασης δικηγόρου στα συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων, πλέον τον διάβολο που κρύβεται στις λεπτομέρειες του υπό νομοθέτηση ασφαλιστικού, του οποίου το πλαίσιο είναι ορθολογικό, είναι να διερωτάται κανείς γιατί οι 10.000 και πλέον δικηγόροι διαδηλώσαμε με τόσο υψηλό επίπεδο σύνεσης;

Όλοι διαδηλώσαμε, Δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί, ακόμα και οι ολιγότερο πολιτικοποιημένοι εξ ημών πολιτικοποιήθηκαν για το πιο εθνικό όλων των θεμάτων, το ασφαλιστικό. Ο χρόνος δεν τρέχει δεξιά, κεντρώα ή αριστερά αλλά αμείλικτα μπροστά, δεν θα είμαστε για πάντα νέοι και επαγγελματικά ενεργοί. Υπάρχει πιο εθνικό, πιο υπερκομματικό θέμα από τη διασφάλιση των γηρατειών μας;

Γιατί (εγώ) διαδήλωσα;

Γιατί θέλω ασφαλιστικό αγαθό παρεχόμενο από δημόσιο φορέα και όχι από πολυεθνικό ιδιωτικό φορέα που αλλού τηρεί την έδρα του, αλλού τα αποθεματικά του και από πουθενά δεν ελέγχεται. Γιατί θέλω φθηνό, θελκτικό και ανταποδοτικό ασφαλιστικό αγαθό για τον κλάδο μου, διατιμημένο με αφετηρία τα τεκμαρτά ετήσια εισοδήματα του επαγγελματία. Δεν νοείται ο δικηγόρος με μηδέν εργασία να υποχρεούται ούτε στις ίδιες εισφορές με τον επαγγελματικά καλά στεκούμενο συνάδελφό του ούτε όμως και σε ποσοστά που εκτινάσσονται σε δυσθεώρητο ύψος, απειλώντας έτσι ακόμα και τα υψηλότερα εισοδήματα. Αναξιοκρατικό και στη μία περίπτωση και στην άλλη. Στη μεν πρώτη ο δικηγόρος απλώς δεν καταβάλλει διότι δεν μπορεί, στη δε δεύτερη έχει κίνητρο για να αποκρύψει εισοδήματα ώστε να καταβάλει την ελάχιστη κατά το δυνατόν εισφορά. Το υπόλοιπο, πιθανό να το συμπληρώσει με κάποια παράλληλη ιδιωτική σύνταξη. Γιατί πιστεύω πως η κυβέρνηση κινείται στα σωστά πλαίσια αλλά, έως ότου βγούμε στις πολυπόθητες αγορές, έχει ανάγκη σε τακτική βάση τη «βοήθεια του κοινού», βοήθεια που δεν ζητήθηκε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της ύφεσης τόσο σθεναρά παρά μόνο μέσω της «καινοτόμου» διαδικτυακής διαβούλευσης.

Το να παλεύεις ως κυβέρνηση για τη ρύθμιση ενός μείζονος εθνικής σημασίας κοινωνικού ζητήματος και παράλληλα να αξιώνεις από τον λαό σου να εκφραστεί ανοιχτά δεν συστήνει υποκριτική αντίφαση ή έλλειμμα διαχειριστικής ικανότητας, όπως προσπαθεί να στοιχειοθετήσει το «μεταρρυθμιστικό, ευρωπαϊκό τόξο», αλλά ύψιστο δημοκρατικό καθήκον προς τον λαό. Η εξουσία πηγάζει από τον λαό και ως τέτοια οφείλει να του διασφαλίζει το δικαίωμα να την ελέγχει και να διαβουλεύεται με αυτήν, πόσο μάλλον όταν η εξουσία αποστολή έχει να νομοθετήσει βιώσιμες μεταρρυθμίσεις και όχι μπαλώματα.

Από το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 (με τις όποιες ιδιομορφίες του) εγκαινιάστηκε μια νέα κουλτούρα συνεννόησης λαού και εξουσίας που ο τόπος είχε ανάγκη. Όταν η εξουσία ενεργοποιώντας τις συνταγματικές λειτουργίες επιδιώκει να αφουγκραστεί τον πολίτη, δεν προκαλείται αδόμητη κινηματική συμπεριφορά του τύπου εκκωφαντική κρούση κατσαρολικών, ξήλωμα πεζοδρομίων ή γελοιοποίηση των θεσμών. Ο καλύτερος σύμβουλος της εξουσίας είναι ο ίδιος ο λαός που βιώνει το πρόβλημα και τελευταία οι «επιτροπές σοφών» και οι «τεχνοκράτες». Η κυβέρνηση έχει ανάγκη από δομημένη κινηματική συμπεριφορά για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας. Το Όχι του 2015 έθεσε τον θεμέλιο λίθο για μια νέα μορφή κινηματισμού και γιατί όχι και συνδικαλισμού.

Στο σημείο αυτό εύλογα θα προτείνει κάποιος φίλος που διαβάζει αυτές τις γραμμές η κινηματική συμπεριφορά μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από φύσει (εκάστοτε) αντιεξουσιαστική; Ασφαλώς και δεν μπορεί, πόσο μάλλον όταν η «εξουσία» εδρεύει στις Βρυξέλλες.

* Ο Δημήτρης Π. Κυριακαράκος είναι δικηγόρος, LLM Διεθνούς και Συγκριτικού Δικαίου Οικονομίας / Εμπορίου του Μητροπολιτικού Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0