ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ*
Τα καλοκαίρια στην Καλαμάτα αναμέναμε πώς και πώς τις παραστάσεις του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού. Εκτός από τους λίγους μυημένους στον σύγχρονο χορό και τους κουλτουριάρηδες της πόλης, για τη μεγάλη μερίδα των Καλαματιανών το Φεστιβάλ ήταν κάτι το εξωτικό. Και το πολύ ενδιαφέρον. Κοιτίδα τοπικού πατριωτισμού. Πηγή υπερηφάνειας, όπως τόνιζαν στους πανηγυρικούς τους λόγους οι εκάστοτε δήμαρχοι, βουλευτές, πολιτευτές. Το Φεστιβάλ, όπως συμβαίνει συνήθως στα ελληνικά πολιτιστικά δρώμενα, συνδέθηκε με ένα όνομα, τη χορογράφο Βίκυ Μαραγκοπούλου. Χωρίς τη Μαραγκοπούλου το Φεστιβάλ δεν θα υπήρχε.
Τα τελευταία χρόνια, με τη βοήθεια του προηγούμενου ΕΣΠΑ, εντάχθηκε στη δυναμική του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας ένα υπέρλαμπρο κτήριο, το Μέγαρο Χορού, το οποίο φιλοξενεί μία από τις πιο σύγχρονες σκηνές στα Βαλκάνια. Tο περασμένο καλοκαίρι τα εγκαίνια του Φεστιβάλ απέκτησαν και μια συμβολική διάσταση, καθώς συνέπεσαν με την επιβολή capital controls. H ηγεσία του υπουργείου επισκέφτηκε την Καλαμάτα για να δείξει ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς λογαριάζει τον Πολιτισμό. Το Φεστιβάλ, σαφώς αποδυναμωμένο σε σχέση με άλλες εποχές, φιλοξένησε πολύ ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Με το τέλος του Φεστιβάλ, το υπέρλαμπρο κτήριο - στολίδι έκλεισε. Και θα παραμείνει κλειστό μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. Τα λειτουργικά του έξοδα είναι δυσβάσταχτα, η κυριότητα του κτηρίου διαφιλονικούμενη και η (εκ των υστέρων) μελέτη βιωσιμότητάς του δυσοίωνη.
Το Μέγαρο Χορού και η ιστορία του θυμίζουν το Μέγαρο Μουσικής, το χρεωκοπημένο μοντέλο πολιτιστικής ανάπτυξης της Μεταπολίτευσης και το αίτημα για μια άλλη πολιτική του Πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι το Μέγαρο Μουσικής καταλαμβάνει ξεχωριστή θέση στον κολοφώνα του κυβερνητικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για τον Πολιτισμό, ως παράδειγμα προς αποφυγή αλλά και ως πεδίο εφαρμογής τής διαφορετικής αντίληψης που κομίζει ο ΣΥΡΙΖΑ για τη διαχείριση πολιτισμικών αγαθών.
Βασικοί πυλώνες του προγραμματικού λόγου τής κυβέρνησης της Αριστεράς για τον Πολιτισμό ήταν η στήριξη των θεσμών εθνικής εμβέλειας, η τόνωση του «δημόσιου χαρακτήρα» της λειτουργίας τους, η υποστήριξη της εθνικής / εγχώριας παραγωγής ώστε αυτή να ενταχθεί σε έναν «διάλογο των δημιουργών» (sic). Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε να ενισχύσει τον δημόσιο χαρακτήρα των θεσμών με «αναδιάρθρωση της διοικητικής κουλτούρας του κράτους με όρους αξιοκρατίας, διαφάνειας, διαβούλευσης και σεβασμού των δικαιωμάτων των πολιτών». Να περιορίσει τις υπερεξουσίες των καλλιτεχνικών διευθυντών. Να ενισχύσει τον ρόλο των διοικητικών συμβουλίων.
Αυτά στη θεωρία. Η πράξη αποδεικνύεται πιο περίπλοκη. Εδώ και έναν χρόνο γίναμε μάρτυρες, διαφορετικής έντασης και ποιότητας αντιδικίες. Στα μεθεόρτια της δραματικής αποπομπής Καφέτση (ΕΜΣΤ) από την προηγούμενη κυβέρνηση, ήρθε να προστεθεί η τραγικοκωμωδία της αποπομπής Χατζάκη (Ε.Θ.) και το θρίλερ της αποπομπής Λούκου (Ε.Φ.). Αναμφίβολα πρόκειται για υποθέσεις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, με διαφορετικά πολιτικά και αξιακά περιεχόμενα. Όμως, το γεγονός και μόνο ότι η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από ονόματα καταγράφεται ως αποτυχία. Και γι' αυτό δεν ευθύνεται η κατά τα λοιπά εχθρική δημόσια σφαίρα.
Το επίδικο στην τελευταία υπόθεση του Φεστιβάλ Αθηνών αφορά τους όρους και τα όρια της δημόσιας, κρατικής παρέμβασης σε θεσμούς που διαχειρίζονται πολιτισμικά αγαθά. Με ποιους τρόπους οφείλει το κράτος, διά των λειτουργών του, να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον; Καλείται να εποπτεύει φορείς και να δημιουργεί προγραμματικά πλαίσια λειτουργίας ή να κατασκευάζει ήρωες ή / και αποδιοπομπαίους τράγους; Οι κάθε λογής ίντριγκες, οι στρατιές των προθύμων, τα φίλια ή εχθρικά μαχαιρώματα στα παρασκήνια δεν εγγυώνται ούτε τον δημοκρατικό πλουραλισμό ούτε τη διασφάλιση του δημόσιου, από "τα κάτω", χαρακτήρα των καλλιτεχνικών θεσμών. Ένα νέο ήθος διαχείρισης των πολιτιστικών αγαθών απαιτεί συνολικό σχεδιασμό και μακρόπνοη στρατηγική. Αυτό μέχρι στιγμής εκλείπει. Ποτέ όμως δεν είναι αργά.
* Ο Γιώργος Γιαννακόπουλος είναι ιστορικός