Του Δημήτρη Α. Σεβαστάκη
Κατεβαίνουν τα κρύα σύννεφα που υποσχέθηκαν οι μετεωρολόγοι. Κυλούν στα βουνά της Σάμου, στον Κέρκη και τον Καρβούνη. Έχουν κόκκινες ρωγμές από έναν αόρατο, πίσω ήλιο. Στριφογυρίζουν στις σπηλιές, τυλίγουν τα πεύκα, τα θυμάρια, τους θάμνους, τα φοβισμένα τσακάλια . Χαρούμενη και σπάνια σκηνή μιας φύσης που χάνεται, αφού λείπει ο παρατηρητής, ο άνθρωπος που στέκεται, αποφασίζει, θαυμάζει, κοιτά, πιστεύει. Είναι ακριβό θέαμα μια κλαδεμένη ελιά, μια χαρουπιά, το αμπρί μιας παλαιάς αντιστασιακής παλικαριάς. Είναι σπάνια γεγονότα, φυσικά και ιστορικά που πρέπει να τα χρειαστείς μέσα στην καρδιά σου για να τα αναζητήσεις. Ναι σ' αυτή τη σπανιότητα, σ' αυτή την περιττολογία πρέπει να οργανώσεις τον πολιτικό σου χρόνο. Να δεις τι έφταιξε, τι μπορείς, τι πρέπει.
«Ανθολογία Ελληνικού Διηγήματος 1900-1963»i. Προσεγμένη έκδοση, με μικρό βιογραφικό του κάθε συγγραφέα, μια κάπως αδέξια και ανώνυμη εισαγωγική εικόνα στο διήγημα και ένα πειθαρχημένο χαρακτικό ως κόσμημα, στο τέλος. Διαβάζω: Αλέξης Σεβαστάκης, «Το Δάνειο». Πήγε ο φτωχός στην Αγροτική Τράπεζα να πάρει το δάνειο. Στον δρόμο ονειρεύονταν πολλά και δυνατά: ένα μεθυσμένο πανηγύρι με την γυναίκα του, ότι θα της έπαιρνε πράσινο φόρεμα, θα έφτιαχνε τα παράθυρα του σπιτιού, θα πήγαινε στον γιατρό για τον πόνο στο στήθος, θα αγόραζε το άλογο. Χαρά και ανάγκη και δουλειά. Αυτό θα ήταν το έργο του δανείου. Δεν εγκρίθηκε. Ο ήρωας έφυγε απ την τράπεζα τρεκλίζοντας, στον μακρύ και ατέλειωτο δρόμο του κόπου. Τυχερός ήταν, σκέφτομαι. Θα του έμενε κάτι απ' τη σκληρή αποταμίευση του ιδρώτα.
«Πέρα όμως απ' τις μορφικές επαναστάσεις του (τη λύτρωση απ τον κίνδυνο της κακοήθους αναιμίας, της αυτοαντιγραφής), ο Μπρεχτ επαναστατεί προπάντων για την τραγική μοίρα του ανθρώπου. Όλο του το έργο διαπνέεται από βαθύτατη αγάπη και οδυνηρή συμπόνια για την ανθρώπινη δυστυχία, για τα 'έμψυχα και λογικά πλάσματα' που η κοινωνία, η πολιτική, η μισαλλοδοξία, η βία, η τύφλωση, η αβουλία, τα ταπεινώνουν, τα εξευτελίζουν, τα συντρίβουν, τα εξανδραποδίζουν» λέει σε εισαγωγικό του σημείωμα ο Πλωρίτηςii. «Το βλέμμα που παρατηρεί, αποφεύγει να παρέμβει: είναι βωβό και δεν προβαίνει σε καμία χειρονομία. Η παρατήρηση αφήνει τα πράγματα ως έχουν. Γι' αυτήν δεν υπάρχει τίποτα κρυμμένο σε όσα δίνονται. Το σύστοιχο της παρατήρησης δεν είναι ποτέ το αόρατο, είναι πάντα το άμεσα ορατό, αφής στιγμής έχουν παραμεριστεί τα εμπόδια που ορθώνουν στην λογική οι θεωρίες και στις αισθήσεις η φαντασία. Στην θεματική του κλινικού η καθαρότητα του βλέμματος συνδέεται με μια ορισμένη σιωπή που του επιτρέπει να ακούσει, να αφουγκραστεί» προσθέτει ο Μισέλ Φουκώiii.
Φοβάμαι ότι αυτή την ακρότητα πρέπει να κερδίσουμε. Την ανάγνωση του κοινωνικού σώματος όχι μόνο ως αρχείου κρυμμένων βλαβών, αλλά κυρίως ως το ίδιο το μυστήριο των απαρχών (για να παραφράσω επιθετικά τον Φουκώ). Έρχεται ακόμα ένας βαρύς χρόνος στα βουνά και στις πόλεις. Στα δύο άκρα της πολιτικής μας ιστορίας. Εμείς πρέπει ν' αποφασίσουμε. Με ποιους θα πάμε και ποιους θ' αφήσουμε. Κι αν σ΄ αυτή την επιλογή θα 'χουμε μαζί και τον εαυτό μας.
i «Ανθολογία Ελληνικού Διηγήματος 1900-1963», πρόλογος Γ. Βαλέτα, επιμέλεια Ανδρέα Νενεδάκη, εκδόσεις Γ. Κουρή, 1963
ii Μπ. Μπρεχτ «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν», μετάφραση - εισαγωγή Μ. Πλωρίτη, εκδ. Ιθάκη, 1980
iii Μισέλ Φουκώ «Η γέννηση της κλινικής», μετάφραση Κ. Καψαμπέλη, επιστημονική διεύθυνση Γ. Κουζέλη, εκδ. Νήσος 2012