ΤΗΣ ΔΑΝΑΗΣ ΚΟΛΤΣΙΔΑ*
Αν υπάρχει ένα δίπολο το οποίο κυριαρχεί το τελευταίο πεντάμηνο στην πολιτική μας ζωή, σε επίπεδο και επικοινωνίας και ουσίας, είναι σίγουρα αυτό μεταξύ συναίνεσης και ρήξης. Και βέβαια, όχι άδικα, το μυαλό όλων θα πήγαινε αυτόματα στη διαπραγμάτευση που αυτές τις μέρες βρίσκεται στην κορύφωσή της. Όμως, στην πραγματικότητα η ένταση μεταξύ συναινέσεων και ρήξεων (πολλών ή λίγων, μικρότερων ή μεγαλύτερων) διαπερνά ολόκληρο το εγχείρημα της πρώτης αριστερής διακυβέρνησης στην Ελλάδα - και όχι μόνο.
Είναι δεδομένο ότι η αριστερή διακυβέρνηση δεν μπορεί, εξ ορισμού, παρά να είναι δημοκρατική. Δεν μπορεί παρά να προχωράει μέσα από συνεργασία, διάλογο, συμμετοχή και -παρά το αρνητικό φορτίο που προσέλαβε η λέξη τα τελευταία χρόνια- συναίνεση. Από το επίπεδο της καθημερινής, τρέχουσας διοίκησης, μέχρι τις πιο μεγάλες νομοθετικές και πολιτικές πρωτοβουλίες, δεν μπορούμε να διανοηθούμε ότι θα προχωρήσουμε χωρίς ή, πολύ περισσότερο, αντίθετα στα κοινωνικά υποκείμενα.
«Ανοιχτές πόρτες» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος μιας τέτοιας διοικητικής αντίληψης. Και θα σήμαινε μία διοίκηση ανοιχτή στα στελέχη της δημόσιας διοίκησης, προκειμένου να καταθέτουν τις ιδέες, τις προτάσεις, αλλά και -γιατί όχι;- τις αντιρρήσεις τους. Ανοιχτή στους φορείς, να καταθέτουν αιτήματα, να διεκδικούν, να ασκούν έλεγχο και κριτική - ας είναι και άδικη κάποτε ή υπερβολική. Ανοιχτή στους πολίτες, να βλέπουν με τα μάτια τους το νέο ήθος της εξουσίας, που θα ακούει τους πάντες, που θα σκύβει στα προβλήματά τους, που θα αγωνιά μαζί τους, που θα τους αντιμετωπίζει ως ανθρώπους και όχι ως ψηφοφόρους.
Πρόκειται για μια άσκηση πειθούς ή, μάλλον, μια δοκιμή της σταθερότητας των απόψεών μας και της εμπιστοσύνης μας σ' αυτές. Αποκηρύσσοντας τη λογική της άνωθεν επιβολής, ο μόνος δρόμος που έχει η κυβέρνηση της Αριστεράς προκειμένου να προχωρήσει στις τομές που θέλει να φέρει είναι να κερδίσει την κοινωνία. Ο μόνος δρόμος είναι να πείσει με τα επιχειρήματά της και με το παράδειγμά της.
Το ερώτημα είναι πώς αυτή η ανοιχτή, δημοκρατική, συναινετική λειτουργία μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί όταν κάποιοι δεν πείθονται γιατί δεν θέλουν να πειστούν, γιατί αντικειμενικά δεν έχουν συμφέρον να πειστούν ή γιατί έχουν «βολευτεί» μέσα σε ένα περιβάλλον μικρών και μεγάλων παθογενειών, το οποίο κληρονομήσαμε. Ή, ακόμα χειρότερα, όταν αυτοί οι «κάποιοι», με πρόσχημα τη δημοκρατία, διεκδικούν να διαιωνίσουν τις παθογένειες αυτές.
Πράγματι, είναι δεδομένο ότι η αριστερή διακυβέρνηση δεν μπορεί παρά να προχωρήσει σε βαθιές ρήξεις, με κάθε είδους μικρά ή μεγάλα συμφέροντα, κατεστημένες νοοτροπίες και πρακτικές του παρελθόντος. Όσοι εκπροσωπούν αυτό το παρελθόν -ευτυχώς λίγοι, αλλά συνήθως πιο «δυναμικοί», αφού έχουν πρόσβαση σε διάφορους μηχανισμούς-, επικαλούμενοι ακριβώς την «αριστερή ευαισθησία» μας στα ζητήματα της δημοκρατίας και της συναίνεσης, θα προσπαθήσουν να βάλουν εμπόδια.
Όλη μας η προσπάθεια αναγκαστικά περνάει από αυτή τη διαρκή ένταση. Πώς θα κρατήσουμε ανοιχτή τη συζήτηση με την κοινωνία και τους φορείς της, πώς θα προχωρήσουμε με συναινέσεις, χωρίς την ίδια στιγμή να παγιδευτούμε στην αδράνεια που θα προσπαθήσουν να μας επιβάλουν όσοι βολεύονται από το προηγούμενο status quo;
Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση έχει δύο σκέλη:
Το πρώτο αφορά τα υποκείμενα. Θέλουμε τη συναίνεση των «από κάτω» και τη ρήξη με τους «από πάνω». Θεσμικά και βάσει των αρχών μας, είμαστε υποχρεωμένοι ασφαλώς να συνομιλούμε με τους εκπροσώπους του συνδικαλιστικού κινήματος, της Αυτοδιοίκησης κ.λπ. Πολιτικά, όμως, οφείλουμε να αναζητούμε, με όσα μέσα διαθέτουμε, τις διαθέσεις των εκπροσωπούμενων.
Το δεύτερο αφορά τη βάση της όποιας επιδιωκόμενης συναίνεσης. Η συναίνεση δεν μπορεί να αφορά τη διαιώνιση του τωρινού πλαισίου, αλλά το νέο που έχει να προτείνει η Αριστερά, ως περιεχόμενο, διαδικασία και νοοτροπία σε όλους τους τομείς. Με άλλα λόγια, η λύση στο δίπολο μεταξύ ρήξης και συναίνεσης να μην είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο, αλλά η αλλαγή παραδείγματος, η υπέρβαση...
* Η Δανάη Κολτσίδα είναι δικηγόρος, ΜΔΕ Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας