Του Δημήτρη Π. Κυριακαράκου*
Όταν κατά τας αρχάς της Αναγέννησης ο τίτλος του Αγίου Ρωμαίου Αυτοκράτορα περιήλθε στον (γερμανογενή) βασιλέα της Ισπανίας, τα γερμανικά -εκ του λατινικού επιρρήματος German: εξ ιδίων γονέων / προγόνων- κρατίδια, βασίλεια και δουκάτα, ξεκίνησαν μια εθιμική συνύπαρξη στο πλαίσιο ενός πρώιμου είδους "διεθνούς οργανισμού". Οι Γερμανοί ηγεμόνες / εκλέκτορες εξέλεγαν ανά τακτά διαστήματα έναν εξ αυτών ως συντονιστή και διεθνή παραστάτη της εθιμικής αυτής ένωσης, η οποία έως τους ναπολεοντείους χρόνους είχε μετεξελιχθεί στην ανυπότακτη Συνομοσπονδία του Ρήνου.
Στο διάστημα αυτών των τριακοσίων και κάτι ετών, το ελεύθερο εμπόριο, η συναλλαγή και η επικοινωνία αναμεταξύ των κρατιδίων εξυπηρετούντο από το ενιαίο δίκτυο ταχυδρομικών και μεταφορικών υπηρεσιών που είχε καταρτίσει και διαχειριζόταν μονοπωλιακά, ήδη από τον Μεσαίωνα, η δυναστεία των Τάξις.
Όταν στα 1871 η Πρωσσία νίκησε στον πόλεμο κατά της Γαλλίας, ο Πρώσσος καγκελάριος πρίγκιπας Όθωνας Βίσμαρκ ξεκίνησε το δύσκολο εγχείρημα της γερμανικής ενοποίησης για να αναβιώσει το κράτος του Καρλομάγνου (Carolus Magnus Imperator) με "σύγχρονους" όρους πεφωτισμένης δεσποτείας πρώιμης βιομηχανικής εποχής.
Το πρώτο βήμα ήταν η τελωνειακή ένωση των κρατιδίων, βάσει του υφιστάμενου δικτύου μεταφορών των Τάξις. Το αμέσως επόμενο ήταν η νομισματική ένωση και το τελικό η πολιτική ένωση με τη μορφή της ολοκληρωμένης Ομοσπονδίας. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα το υπερβιομηχανικό Β' Ράιχ είχε δομηθεί - με πολιτειακό άρχοντα τον Κάιζερ (Καίσαρα εκ του λατ. Cesar: ηγεμόνας) Γουλιέλμο τον Β', του γένους Χοεντσόλερν, απόγονο των Αψβούργων, έτοιμο να εκστρατεύσει στην Ευρώπη, στην Αφρική, στη Μ. Ασία, κατά τον μεγάλο Αποικιοκρατικό Πόλεμο (1914 - 1922).
Το καϊζερικό παρελθόν της Γερμανίας μάς βοηθά να κατανοήσουμε τη φιλοσοφία του γερμανικού οικονομικού μεγαλοϊδεατισμού. Η νομισματικά ενωμένη Γερμανία του Βίσμαρκ, με τη συμμαχία της Αυστρίας, επιδίωκε την ανάπτυξη υποδομών στην Εγγύς Ανατολή και στη βαλκανική Ευρώπη για να εισάγει στο έδαφος της τις πρώτες ύλες της Ανατολής προς άμεση βιομηχανική εκμετάλλευση και τοιουτοτρόπως να καταστήσει το νόμισμά της διεθνή συναλλακτικό ρυθμιστή.
Η κυρία Μέρκελ επιδιώκει να παίξει ρόλο σύγχρονου Βίσμαρκ, μόνο που δείχνει επισταμένως να παραβλέπει πως ο Βίσμαρκ ήταν ένας Γερμανός ηγέτης με στοίχημα να τηρήσει ισχυρά εν τη ενώσει τους τα γερμανικά φύλα, ενώ η ίδια είναι μια Ευρωπαία ηγέτης με στοίχημα να τηρήσει ισχυρά εν τη ενώσει τους τα ευρωπαϊκά φύλα, τα οποία, σημειωτέον, δεν είναι άπαντα εξ ιδίων προγόνων.
Ο Βίσμαρκ διαχειρίστηκε ένα εθνικό νόμισμα, το μάρκο, σ' έναν πολιτικά ενιαίο χώρο, με ενιαία αναπτυξιακή πολιτική, ενώ η Άν. Μέρκελ διαχειρίζεται ένα ισχυρό, κεντρικά ρυθμιζόμενο και, ως εκ τούτου, δύσκαμπτο ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ, σ' ένα πολιτικά μη ενιαίο και αναπτυξιακά ανομοιογενές περιβάλλον.
Για να σωθεί το ευρώ, πρέπει να ξαναπιστέψουν σε αυτό οι λαοί που το θεμελίωσαν, και για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται πολιτική ενιαίας ανάπτυξης. Τόσο απλά. Δεν είναι δυνατόν, λ.χ., σε μία χώρα η κατώτατη σύνταξη να είναι χίλια ευρώ, ενώ σε άλλη τριακόσια ευρώ, ή ο πρώτος μισθός σε μια χώρα να είναι χίλια ευρώ, ενώ σε άλλη πεντακόσια, και να αξιώνονται οι ίδιες δημοσιονομικές πειθαρχικές υποχρεώσεις από όλες τις χώρες - μέλη της Ευρωομάδας. Εν προκειμένω, μια Ελλάδα που βιοτικά και αναπτυξιακά ραγδαίως επαναβαλκανικοποιείται είναι νομοτελειακά αδύνατο να παραμείνει νομισματικά ευρωπαϊκή.
Η θεσμική απόγονος του Βίσμαρκ, η Μέρκελ, ως πολιτικός με κουλτούρα ομοσπονδιοποίησης των κοινωνικών θεμάτων, οφείλει να το κατανοεί αυτό καλύτερα από τον καθένα. Το ευρώ αξίζει να σωθεί μόνο στην περίπτωση που ο σκοπός της Ε.Ε. είναι η "ομοσπονδιοποίηση" της πραγματικής οικονομίας.
* Ο Δημήτρης Π. Κυριακαράκος είναι δικηγόρος LL.M. Διεθνούς και Συγκριτικού Δικαίου Οικονομίας / Εμπορίου του Μητροπολιτικού Πανεπιστημίου Λονδίνου