Το καράβι ετούτο έρχεται από μακριά και για ταξίδι μακρινό τραβάει. Με αέρα ώριμο και φρέσκο να φουσκώνουν τα πανιά του. Με αέρα ελπίδας και αισιοδοξίας τραβάει μπροστά. Όχι στο άγνωστο. Μα εκεί για όπου από πάντοτε ήταν ταγμένο. Από την πρώτη κιόλας μέρα που το σκαρί ετούτο έπιασε πέλαγος. Κι ας πόνεσε, κι ας λαβώθηκε. Κι ας μίκρυνε κάποτε. Και να που το καράβι τώρα πάλι προχωρά. Και να που σήμερα ξυπνήσαμε σε μια καινούργια μέρα. Και να που σήμερα ο Πάγκαλος δεν αυτοκτόνησε κι ο Άδωνις δεν εγκατέλειψε τη χώρα. Και να που σήμερα ο ήλιος ξαναβγήκε όπως και χθες. Και κοίτα που ο φόβος φοβήθηκε και λούφαξε. Κοίτα που η τρομοκρατία τρομοκρατήθηκε κι οπισθοχώρησε. Τα ΑΤΜ έχουν ευρώ, όχι δραχμές. Τα σούπερ μάρκετ έχουν πλεόνασμα από χαρτί υγείας. Οι εργαζόμενοι πήγαν στη δουλειά τους. Οι άνεργοι παραμένουν άνεργοι.
Κι εμείς να ελπίζουμε. Είμαστε εδώ για να στηρίξουμε μια νέα μεγάλη προσπάθεια. Να επιβραβεύσουμε. Να κρίνουμε και να κριθούμε. Και όσοι σαλπάραμε, και όσοι μείναμε στην προβλήτα. Και μέσα, και έξω απ' το καράβι. Και κόντρα στις Κασσάνδρες που λυσσομανούν από το βράδυ της Κυριακής και πνίγουν τη χολή τους στα κρυστάλλινα ποτήρια που μέχρι χθες ξεχείλιζαν υπευθυνότητα. Και κόντρα στους μικρόψυχους. Στο χέρι μας είναι να τους επιστρέψουμε, και μάλιστα με τόκο, τις συφοριασμένες τους προβλέψεις για μια φορά ακόμα. Με πίστη και επιμονή και, όπως λέει ο ποιητής, μα «όχι αυταπάτες προπαντός...». Μα με άμεση δράση για να κερδίσουμε το κύμα στην κοινωνία και να διευρύνουμε τα πεδία του κοινωνικού ανταγωνισμού.
Με οδηγό όλους τους μικρούς και τους μεγάλους αγώνες. Με οδηγό την πίστη 595 γυναικών, τις υψωμένες γροθιές στις πλαγιές του Κάκαβου και στα μικρόφωνα της ertopen και τόσων άλλων που αγωνίστηκαν με αξιοπρέπεια. Καλοτάξιδη να είναι η ελπίδα μας. «Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας...» έγραψε κάποτε ο ποιητής και εμάς εννοούσε. Ας τον ξαναδιαβάσουμε τον στίχο και το καράβι θα πάει εκεί για όπου ξεκίνησε να πάει, με τόλμη και με σύνεση, με όλους μας εντός του. Να ταξιδέψει ολοταχώς για τη δικαιοσύνη, την ισότητα και την αξιοπρέπεια. Μέχρι να γίνει η σπίθα φωτιά και κάψει τις Κασσάνδρες.
Πέτρος Κατσάκος