Του Μενέλαου Γκίβαλου*
Η οικονομική και κοινωνική καταστροφή την οποία βιώνουμε, τα φαινόμενα της μαζικής ανεργίας και φτωχοποίησης, η διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας αφήνουν ίσως σ' ένα δεύτερο πλάνο, σ' ένα δεύτερο επίπεδο, μια δεσπόζουσα -και γενετήρια στην πραγματικότητα- μορφή της κρίσης: Την πολιτική κρίση, δηλαδή την απουσία του πολιτικού υποκειμένου που εκφράζει τη λαϊκή βούληση και εκπροσωπεί τα συμφέροντα μιας κοινωνίας, μιας χώρας.
Τρεις είναι οι ιστορικές "στιγμές" που ανέδειξαν και καθόρισαν τη μορφή αυτή της κρίσης.
- Η πρώτη είναι η ουσιαστική "αποχώρηση" του Κ. Καραμανλή το 2009, ενώ ήταν ήδη γνωστές οι "προετοιμασίες" και οι συνεννοήσεις του Γ. Παπανδρέου για την "είσοδο" της χώρας στο ΔΝΤ. Η "επιβληθείσα" προκήρυξη των εκλογών του 2009 σήμανε -τυπικά και ουσιαστικά- το τέλος της αστικής - φιλελεύθερης συντηρητικής παράταξης της μεταπολιτευτικής περιόδου, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτικό - ιδεολογικό επίπεδο.
- Η δεύτερη, στρατηγικής σημασίας "στιγμή" είχε για φόντο το Καστελόριζο, όπου τότε ο Γ. Παπανδρέου παρέδωσε du jure και de facto τη χώρα και τον λαό της στους εξουσιαστικούς οικονομικο-πολιτικούς μηχανισμούς της χρηματοπιστωτικής ολιγαρχίας και της γερμανικής ηγεμονίας.
- Η τρίτη "στιγμή" είχε περισσότερο τυπικό - συμβολικό χαρακτήρα: Η παραίτηση του τότε ηγεμονεύοντος κομματικου-πολιτικού συστήματος και η παράδοση της εξουσίας στον εκπρόσωπο της πολιτικο-οικονομικής ολιγαρχικής δομής Λ. Παπαδήμο αποτέλεσε την επίσημη αναγνώριση και παραδοχή ότι ο ελληνικός λαός δεν είχε πλέον πολιτική εκπροσώπηση.
Γι' αυτό και η ιστορική πορεία που διανύει, μέσα από τόσες αντιξοότητες, η ελληνική κοινωνία αποβλέπει στην προσπάθεια συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου που θα εκπροσωπήσει γνήσια τα συμφέροντά του.
Αυτόν τον ιστορικό ρόλο ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε αυτός ο ρόλος συνειδητοποιείται στο ιστορικό του βάθος είτε όχι. Έναν ρόλο που βρίσκεται πέρα από προσωπικές επιδιώξεις, ιδεολογικούς περιορισμούς ή οριοθετημένες κοινωνικές αναφορές. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι γέννημα μιας ιστορικής διαδικασίας, έχει "προικοδοτηθεί" από μια ιστορική κοινωνική δυναμική, γι' αυτό και οι ευθύνες του είναι ανάλογες.
Η οικονομιστική - νεοφιλελεύθερη γλώσσα
Η κρίση του πολιτικού υποκειμένου που χαρακτηρίζει κατ' εξοχήν την τελευταία πενταετία δεν αφορά μόνο κόμματα και πολιτικά πρόσωπα. Έχουν εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες δρομολογηθεί ευρύτερες διαδικασίες που οδηγούν στην έκπτωση και "εργαλειοποίηση" του πολιτικού λόγου, στην κατάργηση και στον ευτελισμό της πολιτικής σκέψης και ανάλυσης του πολιτικού επιχειρήματος.
Τον πολιτικό λόγο, τη γλώσσα της πολιτικής την "αντικατέστησε" ο οικονομιστικός λόγος, η γλώσσα της οικονομίας, που εμφανίζεται ως τυπικά ουδέτερη, ως μια λογική - μαθηματική γλώσσα που ορίζει με αντικειμενικό τρόπο τα πράγματα και δεν υπόκειται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις.
Όμως ο οικονομιστικός λόγος δεν είναι ουδέτερος, δεν είναι μια τεχνική γλώσσα. Αυτός είναι σήμερα ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος του νεοφιλελεύθερου "κοσμοειδώλου", ένας λόγος που επιβλήθηκε και κυριάρχησε στην καθημερινή μας ζωή, στον τρόπο σκέψης μας. Αυτός είναι ο πολιτικός λόγος των μνημονιακών κυβερνήσεων και μέσα από την οικονομιστική - νεοφιλελεύθερη "διάλεκτο" εμπορευματοποιούνται τα κοινωνικά αγαθά, καταργούνται τα εργασιακά δικαιώματα, αναδεικνύεται ως αυταξία ο ατομικοποιημένος ιδιώτης, εξυμνείται η διαπλοκή, απαξιώνεται και διώκεται μια ολόκληρη κοινωνία, ευτελίζονται και απαξιώνονται οι δημοκρατικοί θεσμοί.
Σ' αυτή την οικονομιστική γλώσσα διατυπώνεται ο "τρομοκρατικός λόγος", σ' αυτή τη "διάλεκτο" εκφέρεται η προπαγάνδα που αποβλέπει στον εκφοβισμό των πολιτών με τα Grexit, την έξοδο από την "Ευρωζώνη", τα άδεια ΑΤΜ, τις καταθέσεις που "δραπετεύουν"...
Σ' αυτήν τη γλώσσα του οικονομισμού, της τρομοκράτησης διά των αριθμών, επιδιώκεται να διεξαχθεί η πολιτική και κομματική αντιπαράθεση την κρίσιμη αυτή προεκλογική περίοδο... Αυτή η γλώσσα "βολεύει" τους μνημονιακούς μηχανισμούς συμφερόντων και τους κομματικούς υποτελείς τους... αφού είναι το "γήπεδο" της δικής τους ευτέλειας, της δικής τους πολιτικής ανεπάρκειας.
Ασφαλώς τα κρίσιμα οικονομικά μεγέθη έχουν τη δική τους δεσπόζουσα σημασία και η διαχείριση και διαπραγμάτευσή τους απαιτεί σεβασμό του χώρου "αυτονομίας" τους. Όμως τα Μνημόνια, οι δανειακές συμβάσεις, οι νομοθετικές πράξεις που τις "νομιμοποίησαν", αποτελούν κατ' εξοχήν, μείζονος σημασίας πολιτικές επιλογές και πολιτικές αποφάσεις. Συνδέονται άρρηκτα με την επιβίωση των πολιτών, με τις κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις...
Για να χρησιμοποιήσουμε τον αλτουσεριανό όρο του "επικαθορισμού", είναι οι πολιτικές επιλογές των Μνημονίων και των νεοφιλελεύθερων επιταγών εκείνες που οδήγησαν στην υπερδιόγκωση του χρέους, στη διάλυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, στην απώλεια του 25% του ΑΕΠ, στην εκρηκτική άνοδο των "κόκκινων" δανείων...
Πολιτική διαπραγμάτευση
Το ιστορικό ερώτημα που έχει, συνεπώς, να αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η απλή διαχείριση ή διαπραγμάτευση επί των οικονομικών μεγεθών, αλλά οι πολιτικές επιλογές, οι ιστορικοί όροι και οι πολιτικοί συσχετισμοί που θα διαμορφωθούν για την πολιτική διαπραγμάτευση με τους δανειστές μας.
Ζούμε, κυριολεκτικά, την Ιστορία στις ημέρες μας. Ζούμε την εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων που μέσα σε μια εβδομάδα δεν θα καθορίσουν μόνο την κοινοβουλευτική ισχύ της νέας εξουσίας, αλλά κυρίως το κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο, την ευρεία κοινωνικο-πολιτική συμμαχία που θα συμπαραταχθεί ενεργητικά και δυναμικά στο ιστορικό αίτημα να αποκτήσουν η χώρα και η κοινωνία μας μια πολιτική εξουσία ικανή να εκπροσωπήσει τον λαό μας και να προωθήσει ένα σχέδιο εθνικής - παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Οι ιστορικοί αυτοί όροι μετατρέπουν την ψήφο προς τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια καθαρά πολιτική ψήφο και όχι σε μια εκδήλωση κομματικής προτίμησης. Η ψήφος αυτή δεν αφορά μόνο την πολιτική ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να μπορέσει αυτός να διαπραγματευτεί από μια ισχυρή πολιτική βάση.
Αποτελεί ταυτόχρονα μια πράξη χειραφέτησης από ένα σάπιο κομματικό κατεστημένο που μετήλθε τις αθλιότερες μεθόδους προκειμένου να επιβιώσει. Είναι τελικά μια πράξη αξιοπρέπειας, αυτοσεβασμού του πολίτη απέναντι στην εκστρατεία τρομοκράτησης και εξαθλίωσης ενός ολόκληρου λαού. Είναι μια ψήφος πίστης, ηθικού σθένους, ελπίδας και προοπτικής για ένα καλύτερο αύριο.
* Ο Μενέλαος Γκίβαλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Παν/μίου Αθηνών