ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ
Μήνυμα προς τις πολιτικές δυνάμεις στέλνει η τράπεζα της Ελλάδας μέσα από την έκθεση του διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα ζητώντας συναίνεση για να προχωρήσει η συμφωνία και να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα θέματα. Κατά τη χθεσινή παράδοση της έκθεσης στον πρόεδρο της Βουλής Νίκο Βούτση, ο κ. Στουρνάρας τόνισε και πάλι πως βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη είναι η σταθερότητα και η συναίνεση, ενώ ζήτησε η κυβέρνηση να συνεχίσει τη διαπραγμάτευση με ομαλό τρόπο, κάτι το οποίο θα διευκολύνει τη συζήτηση για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. "Είναι κι αυτό πολύ σημαντικό", είπε χαρακτηριστικά.
Από εκεί και πέρα, ο ίδιος εκτιμά στην ενδιάμεση έκθεσή του για την ελληνική οικονομία ότι από το δεύτερο εξάμηνο του 2016 αναμένεται να επιστρέψει η οικονομία στην ανάκαμψη, ενώ ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι, τουλάχιστον το πρώτο εξάμηνο του νέου έτους, θα παραμείνει σε αρνητικό έδαφος λόγω της υψηλής μεταφερόμενης επίδρασης (carry-over) από το 2015.
"Η επιστροφή στην κανονικότητα και σε διατηρήσιμη ανάπτυξη εδράζεται σε δύο βασικές προϋποθέσεις: Πρώτον, η κυβέρνηση πρέπει να εφαρμόσει τη Σύμβαση που διαπραγματεύθηκε με τους εταίρους και να λάβει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες, πέραν της Σύμβασης, προκειμένου να βελτιωθεί το οικονομικό και επενδυτικό κλίμα, αξιοποιώντας το θετικό γεγονός της προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων για την ανακεφαλαιοποίηση των σημαντικών τραπεζών. Δεύτερον, η Βουλή των Ελλήνων, η οποία από το 2010 μέχρι σήμερα στήριξε την προσπάθεια προσαρμογής και συνεπώς τη σωτηρία της ελληνικής οικονομίας, είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να συμβάλει στην ολοκλήρωση του νομοθετικού έργου που υλοποιεί τη Σύμβαση", αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Όχι σε αυξήσεις φόρων - εισφορών
Η προσαρμογή που απομένει να υλοποιηθεί δεν πρέπει να γίνει με αύξηση φορολογικών συντελεστών ή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που θίγουν την ανταγωνιστικότητα, την ανάπτυξη και τις θέσεις απασχόλησης, τονίζει ο Γιάννης Στουρνάρας. Αντίθετα, έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη μείωση των μη παραγωγικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στη μείωση των φορολογικών δαπανών με την κατάργηση των εναπομενουσών εξαιρέσεων από τις γενικές διατάξεις της φορολογίας και της κοινωνικής ασφάλισης και στην πραγματοποίηση ιδιωτικοποιήσεων, ιδιαίτερα μέσω της αξιοποίησης της αδρανούσας ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.
Αξιολόγηση δομών του Δημοσίου, μεταφορά προσωπικού
Η μείωση των μη παραγωγικών δαπανών του ευρύτερου δημόσιου τομέα μπορεί να προέλθει, μεταξύ άλλων, από την αξιολόγηση των δομών του Δημοσίου, της αναγκαιότητας ύπαρξης των εκατοντάδων φορέων που εποπτεύονται από το Δημόσιο και της δυνατότητας μεταφοράς προσωπικού είτε σε τομείς αιχμής (όπως π.χ. σε ελεγκτικούς μηχανισμούς) είτε εκεί όπου υπάρχουν σημαντικές ανάγκες (π.χ. φύλακες σε μουσεία), αυξάνοντας έτσι τη συνολική παραγωγικότητα του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Επιπλέον, η αξιοποίηση της αδρανούς ακίνητης περιουσίας τόσο του Δημοσίου όσο και πολλών ΝΠΔΔ παραμένει ακόμη, σε μεγάλο βαθμό, ζητούμενο, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να συμβάλει στην επίλυση πολλών οικονομικών προβλημάτων.
Πηγή χρηματοδότησης οι αποκρατικοποιήσεις
Όπως αναφέρει η ττE, η συμφωνία προβλέπει τη σύσταση ενός νέου ανεξάρτητου ταμείου, του οποίου ο πρωταρχικός στόχος είναι να διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία σημαντικής αξίας και να προστατεύει, να δημιουργεί και εν τέλει να μεγιστοποιεί την αξία τους, την οποία θα ρευστοποιεί με ιδιωτικοποιήσεις και άλλα μέσα. Η ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων θα αποτελέσει μία από τις βασικές πηγές για τη χρηματοδότηση επενδύσεων και την αποπληρωμή ενός τμήματος του νέου δανείου του ΕμΣ.
Αναγκαία η ελάφρυνση χρέους
Επίσης προβλέπονται αλλαγές που θα διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου να διατηρηθούν σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Αυτό κατ' αρχάς θα απελευθερώσει πόρους που θα κατευθυνθούν σε επενδύσεις και θα ενισχύσουν την απασχόληση. Η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους θα βελτιώσει το κλίμα με πολλαπλές θετικές επιδράσεις: νέες επενδύσεις, προσέλκυση ξένων επενδύσεων, επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.
Συνολικά εκτιμάται ότι η νέα συμφωνία, πέρα από τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών στόχων, είναι εστιασμένη στη διεύρυνση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας, δεδομένου ότι κατά κύριο λόγο περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις, οι οποίες, αν εφαρμοστούν αποτελεσματικά, θα έχουν θετικές επιδράσεις, μεσοπρόθεσμα αλλά και βραχυπρόθεσμα.
Ηπιότερη ύφεση
τα πιο πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι οι εξελίξεις είναι ευνοϊκότερες σε σχέση με τις απαισιόδοξες προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί το καλοκαίρι, σημειώνεται, ωστόσο, όπως φαίνεται και από τα προσωρινά στοιχεία για το γ' τρίμηνο του 2015, στη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου, και σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις των κεφαλαιακών περιορισμών στη χρηματοδότηση της οικονομίας αφενός αλλά και της φορολογικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών αφετέρου, η δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα σημειώσει κάμψη, οδηγώντας την οικονομία σε ύφεση. Η ύφεση πάντως, σύμφωνα με όλες τις υφιστάμενες ενδείξεις, αναμένεται να είναι περιορισμένη στο σύνολο του έτους.
Για το 2016, ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι, τουλάχιστον το πρώτο εξάμηνο, θα παραμείνει σε αρνητικό έδαφος λόγω της υψηλής μεταφερόμενης επίδρασης (carry-over) από το 2015.
Στον βαθμό ωστόσο που περιορίζεται η αβεβαιότητα, χαλαρώνουν περαιτέρω οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και κυρίως εφαρμόζονται με συνέπεια οι όροι της συμφωνίας, η ύφεση θα γίνεται ηπιότερη και θα αυξάνονται οι πιθανότητες ανάκαμψης το δεύτερο εξάμηνο του 2016.
Αύξηση αποδοχών τουλάχιστον 0,5% το 2016
με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, εκτιμάται ότι το 2015 οι μέσες ονομαστικές ακαθάριστες αποδοχές στο σύνολο της οικονομίας θα αυξηθούν κατά 0,4%, ενώ η αντίστοιχη πραγματική αύξηση θα φθάσει το 1,4%, λόγω του συνεχιζόμενου αρνητικού πληθωρισμού. Εξάλλου, στον επιχειρηματικό τομέα η πραγματική αύξηση των μέσων καθαρών αποδοχών (λόγω και των μεταφερόμενων επιδράσεων από τη μείωση των εργοδοτικών και των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών στα μέσα του 2014 βάσει του Ν. 4254) θα φθάσει το 2%. το 2016 ενδεικτικά προβλέπεται ότι στο σύνολο της οικονομίας οι μέσες ονομαστικές ακαθάριστες αποδοχές θα αυξηθούν κατά 0,5%, ενώ το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος θα αυξηθεί κατά 2% στο σύνολο της οικονομίας και ενδεχομένως περισσότερο στον επιχειρηματικό τομέα.
Οδικός χάρτης για άρση capital controls
Οδικό χάρτη για τη σταδιακή κατάργηση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων παραθέτει η τράπεζα της Ελλάδος, σημειώνοντας ότι απαιτούνται προσεκτικά βήματα χαλάρωσης μετά από μελέτη των συνθηκών που επικρατούν στην οικονομία.
Ως επιμέρους μέτρα που θα μπορούσαν να εξεταστούν σχετικά σύντομα είναι η μεταφορά περαιτέρω αρμοδιοτήτων στις υποεπιτροπές των τραπεζών και η λελογισμένη αύξηση των εγκριτικών ορίων, αν διαπιστωθεί ότι η ζήτηση για εγκρίσεις ρευστότητας ξεπερνά επανειλημμένως τα όρια που έχουν προσδιοριστεί.
Επίσης, όταν οι συνθήκες ρευστότητας και εμπιστοσύνης το επιτρέψουν, θα πρέπει να αρθούν σταδιακά περιορισμοί που σχετίζονται με το άνοιγμα νέων λογαριασμών και πρόωρης λήξης προθεσμιακών καταθέσεων, εξέλιξη που θα συμβάλει θετικά στην εμπιστοσύνη των καταθετών.
Μήνυμα σε τράπεζες για μείωση χρεώσεων
τέλος, θα πρέπει οι τράπεζες να επανεξετάσουν την τιμολογιακή πολιτική τους στις χρεώσεις των καρτών και των ηλεκτρονικών συναλλαγών, ώστε να δοθεί το απαραίτητο κίνητρο στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν εναλλακτικούς διαύλους πληρωμών, εξέλιξη που θα ωφελήσει τόσο την πραγματική οικονομία όσο και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Δευτερογενή αγορά διαχείρισης κόκκινων δανείων με αυστηρό πλαίσιο ζητάει η ΤτΕ
Τη μεγαλύτερη πρόκληση για τις τράπεζες και κορυφαία προϋπόθεση για την επάνοδο της Οικονομίας σε ανάπτυξη συνιστά η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σύμφωνα με την ττΕ, στην Ελλάδα οι προσπάθειες εξυγίανσης των χαρτοφυλακίων προβληματικών δανείων θα συνδεθούν με τη δραστηριοποίηση εξειδικευμένων εταιρειών που είτε κατέχουν (βλ. Ισπανία, Ιρλανδία) [Asset Management Companies - AMC] είτε απλώς διαχειρίζονται προβληματικά δάνεια (βλ. Ρουμανία) [Servicing Companies].
Ως διαχείριση από αυτές τις εταιρείες νοείται ενδεικτικά:
1) η νομική και λογιστική παρακολούθηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων,
2) η εκχώρηση απαιτήσεων σε τρίτους ή εξουσιοδότηση τρίτων προς είσπραξη αυτών,
3) η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων,
4) η σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών, καθώς και κάθε άλλη πράξη ενεργητικής διαχείρισης στο πλαίσιο της ισχύουσας νομοθεσίας.
Η ΤτΕ εκτιμά ότι η Πολιτεία πρέπει να επισπεύσει τις ενέργειες που απαιτούνται για τη δημιουργία μιας ενεργού δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αυτονόητα, η ανάπτυξη δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων θα πρέπει να περιβληθεί με το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο αδειοδότησης και εποπτείας των εταιριών που θα δραστηριοποιηθούν σε αυτήν. Στην κατεύθυνση αυτή, η ΤτΕ επισημαίνει ότι θα πρέπει να καθοριστούν άμεσα οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την απόκτηση άδειας, ενώ θα πρέπει να γίνεται σαφές ότι οι εταιρίες που θα επιλέξουν να δραστηριοποιηθούν στην αγορά δανείων θα υπόκεινται σε κανόνες όσον αφορά την προστασία του καταναλωτή όπως αυτοί που διέπουν και τις τράπεζες, συμπεριλαμβανομένου και του Κώδικα Δεοντολογίας. Το πλαίσιο θα πρέπει να προβλέπει επίσης αυστηρές ποινές, περιλαμβανομένης της ανάκλησης αδείας, σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης των κανόνων λειτουργίας όπως αυτοί θα προβλέπονται κατά την αδειοδότηση.