Δύο εβδομάδες τώρα «παραβιάζουμε ανοιχτές θύρες» με τη δολοφονική ρίψη της φωτοβολίδας στα επεισόδια του Ρέντη και φυσικά η κυβέρνηση εν εξάλλω «άρπαξε τη ρομφαία για να κόψει κεφάλια» και να εξαλείψει το φαινόμενο της βίας των γηπέδων. Αλλά πόσο κοντή μνήμη και αφέλεια μπορεί να έχει κανείς;
Ας θυμηθούμε την ιστορία και τα θύματα μέχρι σήμερα:
1983-Άρης Δημητριάδης, 18 ετών
1987-Χαράλαμπος Μπλιώνας, 29 ετών
1991-Γιώργος Παναγιώτου, 17 ετών
1991-Ευθύμιος Λιάκας (21 ετών), Κώστας Ντόλιας (25 ετών)
1995-Γιώργος Καρνέζης, 25 ετών
2007-Μιχάλης Φιλόπουλος, 22 ετών
2011-Γιάννης Ρουσάκης 21 ετών
2014-Κώστας Κατσούλης 46 ετών
2022-Άλκης Καμπανός, 19 ετών.
Αυτοί ήταν οι νεκροί, συν τους αμέτρητους τραυματίες από την οπαδική βία στους χώρους του αθλητισμού. Είδε κανείς από τότε μέχρι σήμερα, 40 χρόνια μετά, να έχει γίνει κάτι για να μην υπάρχουν τέτοια φαινόμενα;
Αν θέλει κάποιος να δει και να κατανοήσει το πρόβλημα και τις πηγές του, θα πρέπει να δει τις αιτίες που το προκαλούν. Η εμπορευματοποίηση του αθλητισμού, ο νόμος του κέρδους, η έλλειψη σωστής αντιμετώπισης από την κρατική εξουσία, η κρίση των αξιών, οι κοινωνικές συνθήκες, η εμφατική προβολή μέσα από τα ΜΜΕ, η έλλειψη αγωγής μέσω της εκπαίδευσης είναι μερικοί από τους βασικούς λόγους που κυοφορούν την έκφραση βίας στους αθλητικούς χώρους. Οι μορφές με τις οποίες θα εκφραστεί είναι συνυφασμένες με το ταξικό επίπεδο και τις κοινωνικές κατηγορίες των ατόμων ή των ομάδων που την εκφράζουν. Η οπαδική βία είναι η πλέον τονισμένη μορφή, ωστόσο δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τη βία -ορατή ή όχι- των άλλων κοινωνικών στρωμάτων ή των θεσμών. Η βία της κερκίδας δεν είναι χειρότερη και καθόλου ανεξάρτητη, από τη βία του κοινωνικού/επαγγελματικού αποκλεισμού, από την ενδοοικογενειακή βία, από τη βία των οργάνων της τάξης ή τον βιασμό της αθλητικής συνείδησης των αθλητών και των φιλάθλων από το αδίστακτο κερδοσκοπικό καρτέλ των αθλητικών παραγόντων.
Oπαδικές συμπεριφορές
Οι οπαδικοί κόσμοι εκφράζουν κοινωνικές αντιθέσεις, ανισότητες και διακρίσεις που φωλιάζουν στον κοινωνικό ιστό και βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για να εκφραστούν στο πεδίο του αθλητισμού. Οι οπαδικές συμπεριφορές αντανακλούν τις αντιθέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της κοινωνίας και τους τρόπους με τους οποίους διάφορες μορφές κοινωνικών εντάσεων μεταφέρονται στο πεδίο των σπορ. Συχνά πίσω από τους οπαδικούς ανταγωνισμούς κρύβονται σχέσεις ταξικής κυριαρχίας αξιών. Η οργανωμένη παρουσία φιλάθλων στους ποδοσφαιρικούς -και όχι μόνο- αγώνες έχει τις ρίζες της λίγο μετά τη μέση του 20ού αιώνα. Η ανάπτυξη της νεολαίας ως κοινωνική κατηγορία στη μεταπολεμική περίοδο και οι αλλαγές στη σύγχρονη κοινωνία επέτρεψαν την ανάπτυξη της νεανικής κουλτούρας μέσα σε ιδιαίτερα μορφώματα. Ένα από αυτά ήταν ο αθλητισμός και ιδιαίτερα το ποδόσφαιρο. Η αφοσίωση και η έντονα ενεργή υποστήριξη σε μία ομάδα μετατρέπουν το υποκείμενο σε οπαδό και το εντάσσουν σε συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο.
Οι οπαδοί είναι πελάτες και καταναλωτές μιας βιομηχανίας κοινωνικού αποπροσανατολισμού και παροχής ψυχικών διεγέρσεων. Λειτουργούν ως συντεχνία και έχουν ενεργό ρόλο στο αθλητικό γίγνεσθαι. Παράλληλα, συνθέτουν έναν χώρο κοινωνικής δυσαρέσκειας και η κοινωνική τους συγκρότηση έχει άμεση σχέση με τα κοινωνικά ζητούμενα και τα προβλήματα των νέων σε μία κοινωνία ανισοτήτων, αντιφάσεων, καταναλωτισμού και κρίσης.
Οι οργανωμένοι οπαδοί λειτουργούν στο πλαίσιο ενός πεδίου με σαφή δομικά χαρακτηριστικά και αποτελούν τα μέλη μιας αυτόνομης επικοινωνιακής κοινότητας. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων που συμμετέχουν προέρχεται από τις λαϊκότερες, υποβαθμισμένες συνοικίες με χαμηλό βιοτικό επίπεδο και ανήκουν στην εργατική κατηγορία των χαμηλόμισθων -και χωρίς ιδιαίτερες επαγγελματικές προοπτικές- εργαζόμενων. Χωρίς αυτό να αποκλείει την ύπαρξη μελών με οικονομική επιφάνεια που προέρχονται από αναβαθμισμένες συνοικίες με καλύτερους όρους διαβίωσης. Στην οργανωτική δομή των συνδέσμων παρατηρούνται διαφοροποιήσεις που διαμορφώνουν τις ομάδες μέσα σε κάθε σύνδεσμο. Ο βαθμός συμμετοχής, η ηλικία, η παλαιότητα εντός του συνδέσμου, η κοινή συνοικιακή προέλευση, η συχνή συναναστροφή ομάδας «συνδεσμιτών» εντός και εκτός γηπέδου είναι τα βασικά κριτήρια που προσδιορίζουν με σχετική ακρίβεια τη θέση κάθε μέλους στην εσωτερική δομή του συνδέσμου. Προσδιορίζουν το κύρος του αλλά και τα πλεονεκτήματα/προνόμια που θα διατηρεί απέναντι στα άλλα μέλη. Η ενσωμάτωση του ατόμου σε έναν σύνδεσμο προϋποθέτει μία διαδικασία μύησης και εμπέδωσης των συμπεριφορικών κανόνων, με διάρκεια ανάλογη της ατομικής επίδοσης του οπαδού. Κατά συνέπεια, η ιεραρχική δομή των συνδέσμων είναι συνάρτηση της απαρέγκλιτης τήρησης εσωτερικών κανόνων.
Οι αθλητικοί σύλλογοι και οι οπαδικοί σύνδεσμοι συνιστούν μία «αναγκαία και ικανή σχέση» εξυπηρέτησης συμφερόντων με απώτερο σκοπό το πολύμορφο κέρδος του συλλόγου/επιχείρησης. Κατά τη γνώμη μου, αν θέλει η Πολιτεία να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της εγκληματικής βίας στους αθλητικούς χώρους, θα πρέπει να εστιάσει σε αυστηρά, ανελέητα, «εξοντωτικά» μέτρα που θα λάβει σχετικά με τα αθλητικά σωματεία και όχι μόνο σε μέτρα και αυστηροποίηση νόμων απέναντι στους οπαδούς (αλλά πού να τολμήσει), ενώ παράλληλα θα πρέπει να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο αγωγής των νέων από την παιδική ηλικία, που θα περνάει κυρίως μέσα από την εκπαίδευση αλλά και άλλους κοινωνικούς φορείς.