Live τώρα    
Η Ιστορία ενώπιον των δικαστηρίων
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Ιστορία ενώπιον των δικαστηρίων

Η «Αλληγορία της Δικαιοσύνης»
Η «Αλληγορία της Δικαιοσύνης», έργο του του Giorgio Vasari από το 1543

«Οι διαδρομές του δικαστή και του ιστορικού συμπίπτουν για ένα διάστημα και στη συνέχεια αποκλίνουν αναπόφευκτα. Όποιος αποπειράται να συρρικνώσει τον ιστορικό σε ρόλο δικαστή υπεραπλουστεύει και καθιστά ελλιπέστερη την ιστοριογραφική γνώση· αλλά όποιος αποπειράται να περιορίσει τον δικαστή σε ρόλο ιστορικού διαβρώνει ανεπανόρθωτα την άσκηση δικαιοσύνης» (Κάρλο Γκίνζμπουργκ)1

Τελικά η Ιστορία γράφεται από τους ιστορικούς ή από τους δικαστές; Αυτό το ερώτημα ανακύπτει με αφορμή δίκες που έχουν ως αντικείμενο ιστορικά γεγονότα. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την επανάληψη της διαδικασίας για τη δίκη των έξι από τον Άρειο Πάγο στο τέλος της δεκαετίας του 2000 και τη δίκη για το βιβλίο του ιστορικού Χάιντς Ρίχτερ σχετικά με την αντίσταση των Κρητικών εναντίον των Γερμανών εισβολέων. Λίγα χρόνια μετά, στο δικαστήριο βρέθηκαν οι υπεύθυνοι ενός εκδοτικού οίκου και η Αγγλίδα ιστορικός Σίλα Λεκέρ για το βιβλίο της «Το νησί του Μουσολίνι. Φασισμός και ιταλική κατοχή στη Σύρο». Ακόμα πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση της μετονομασίας της οδού Χρυσοχόου σε οδό Αλβέρτου Ναρ στη Θεσσαλονίκη. Θα ήταν όμως λάθος να νομίσει κανείς ότι η «δικαστικοποίηση» της Ιστορίας αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Στη Γερμανία λ.χ. την άνοιξη του 2023 στα δικαστήρια του Πότσνταμ θα διεξαχθεί δίκη για το εάν οι απόγονοι της δυναστείας των Χοεντσόλερν θα λάβουν αποζημίωση για την ιδιοκτησία τους που απαλλοτριώθηκε μετά το 1945. Η τύχη της αγωγής τους εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα εάν ο Βίλχελμ της Πρωσίας συνεργάστηκε με το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς.

Το Δίκαιο καλύπτει πολλές πτυχές του δημόσιου βίου και της κοινωνικής ζωής και, από την άποψη αυτή, είναι εύλογο να φθάνουν στις αίθουσες των δικαστηρίων και υποθέσεις με ιστορικό ενδιαφέρον. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που η νομική ρητορική χρησιμοποιεί ιστορικά παραδείγματα, όπως δεν είναι λίγες και οι δικαστικές αποφάσεις που αξιοποιούν ιστορικές για να θεμελιώσουν το σκεπτικό τους. Ορισμένες δίκες μάλιστα όπως αυτή της Νυρεμβέργης, «έγραψαν Ιστορία». Το ίδιο ισχύει και για τη δίκη των πραξικοπηματιών της 21ης Απριλίου, η οποία επιπλέον «δίδαξε» και Συνταγματικό Δίκαιο, δικάζοντας με όλες τις εγγυήσεις του Κράτους Δικαίου αυτούς που κατέλυσαν το Κράτος Δικαίου. Οι δίαυλοι μεταξύ Ιστορίας και Δικαιοσύνης απαντώνται, έστω και σε ένα μεταφορικό επίπεδο, και στη λογοτεχνία. Αρκεί μόνο να θυμηθεί κανείς την ποίηση του Σίλερ με τη φράση «Η παγκόσμια Ιστορία είναι το παγκόσμιο δικαστήριο» («Die Weltgeschichte ist das Weltgericht»). Το βασικό όμως ερώτημα παραμένει: Ο δικαστής μπορεί να γίνει κριτής της Ιστορίας;

Η δικαστική διαδικασία και η ιστορική αναζήτηση έχουν διαφορετική στόχευση και χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα. Η δικαστική διαδικασία αποσκοπεί στην επίλυση των διαφορών, στην ασφάλεια του δικαίου και στη δημιουργία μιας βεβαιότητας που είναι απαραίτητη για την ομαλή κοινωνική συμβίωση. Εξάλλου, το ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο που τίθεται για την έκδοση μιας δικαστικής απόφασης δύσκολα συμβιβάζεται με τη χρονική άνεση που απαιτείται για την αναζήτηση της «ιστορικής αλήθειας» (αν υπάρχει τέτοια). Ο νομικός λόγος αποσκοπεί εξ ορισμού στο να πείσει, ενώ ο ιστορικός λόγος συνήθως στο να ανακαλύψει και να εξηγήσει. Ο ιστορικός θέτει ερωτήματα για το εάν συνέβησαν ή όχι κάποια γεγονότα, αναζητεί τα αίτια και τις συνέπειές τους και επιχειρεί να τα εντάξει στο ευρύτερο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο. Περαιτέρω, ο νομικός ερμηνεύει ένα κείμενο που συνήθως είναι δεδομένο (τον νόμο), ενώ ο ιστορικός συχνά ξεκινάει ένα βήμα πριν: ψάχνει και επιχειρεί να ανακαλύψει το ιστορικό γεγονός που αποτελεί τη βάση της εργασίας του. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, σε αντίθεση με τους ιστορικούς, η αρχειακή έρευνα είναι κάτι άγνωστο για τους περισσότερους νομικούς.

Η βασική όμως διαφορά μεταξύ του δικαστή και του ιστορικού βρίσκεται κάπου αλλού: Η ιστορική επιστήμη, όπως και κάθε επιστήμη, ελάχιστα ενδιαφέρεται για βεβαιότητες και ασφάλειες και «ζει και αναπνέει» από την πολυφωνία, την αμφισβήτηση και τη συνεχή ανταλλαγή απόψεων, χωρίς τελικά καμία από τις αντικρουόμενες απόψεις να «στέφεται» ως η σωστή και η επίσημη. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς πόσο ελάχιστα συνάδει με τα χαρακτηριστικά αυτά και με το ατομικό δικαίωμα της επιστημονικής ελευθερίας (άρθρο 16 του συντάγματος) η δικαστική αναγόρευση μιας ιστορικής προσέγγισης ως ορθής και της αντίθετης ιστορικής άποψης ως λάθους. Εν κατακλείδι: η Ιστορία δεν γράφεται στις δικαστικές αίθουσες, αλλά στα βιβλία, στον επιστημονικό διάλογο και στη συλλογική μνήμη.

1 Κάρλο Γκίνζμπουργκ, «Ο δικαστής και ο ιστορικός. Σκέψεις στο περιθώριο της δίκης Σόφρι» (Μετάφραση Χαρά Σαρλικιώτη - Επιμέλεια Ιουλία Πεντάζου), εκδόσεις Νεφέλη 2003

Ο Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0