«Ο Τραμπ διαπραγματεύεται με το ένα χέρι απλωμένο για συμφωνία και το άλλο έτοιμο να ρίξει γροθιά». Η φράση, που αποδίδεται σε στενό του σύμβουλο, δεν είναι απλώς μια εύστοχη περιγραφή του πολιτικού στυλ του σημερινού Αμερικανού Προέδρου. Είναι ίσως η πιο ακριβής σύνοψη του τρόπου με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ διεξάγει σήμερα τον πόλεμο στο Ιράν, και του τρόπου με τον οποίο επιχειρεί να τον «κλείσει», χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί.
Η εικόνα που καλλιεργείται συστηματικά από τον Λευκό Οίκο τις τελευταίες μέρες είναι αυτή μιας ηγεσίας που πιέζει για ειρήνη από θέση ισχύος. Στην πράξη, όμως, η διαπραγμάτευση απέχει ακόμα πολύ από το να είναι ουσιαστική και χρησιμοποιείται μόνο ως ένα μέσο άσκησης πιέσεων. Οι πρόσφατες δηλώσεις Τραμπ περί «παραγωγικών συνομιλιών» με την Τεχεράνη, χωρίς καμία σαφήνεια για το ποιος μιλά με ποιον και με ποιους όρους, δεν συνιστούν διπλωματική πρωτοβουλία· συνιστούν έναν ακόμα ελιγμό.
Η ίδια η πραγματικότητα διαψεύδει αυτή την αφήγηση. Η ιρανική πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά ότι υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση. Το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές όχι μόνο δεν έχει μειωθεί, αλλά μοιάζει να διευρύνεται συνεχώς. Η α λα Γάζα πρόταση 15 σημείων του Τραμπ δεν αποτελεί βάση διαλόγου συνοψίζοντας μόνο τους όρους συνθηκολόγησης της Τεχεράνης.
Όλο και περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν άλλωστε πως οι όροι αυτοί δεν διατυπώθηκαν για να γίνουν αποδεκτοί, αλλά για να απορριφθούν. Να λειτουργήσουν ως πρόσχημα για τη συνέχιση ή και την κλιμάκωση της επέμβασης. Ο ίδιος ο Τραμπ το έχει διατυπώσει με τη χαρακτηριστική του ωμότητα: αν δεν υπάρξει συμφωνία, «θα εξαπολύσουμε την κόλαση».
Όροι παράδοσης, όχι συμφωνίας
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό για το πώς αντιλαμβάνεται η Ουάσιγκτον τη «διαπραγμάτευση» είναι το περιεχόμενο της πρότασης 15 σημείων που, σύμφωνα με δημοσιεύματα των New York Times και της Wall Street Journal, διαβιβάστηκε προς την Τεχεράνη μέσω τρίτων χωρών, όπως το Πακιστάν.
Οι όροι περιλαμβάνουν την πλήρη διάλυση των πυρηνικών εγκαταστάσεων σε Νατάνζ, Ισφαχάν και Φορντό, την παράδοση περίπου 970 λιβρών εμπλουτισμένου ουρανίου στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, την οριστική απαγόρευση εμπλουτισμού, δραστικούς περιορισμούς στο βαλλιστικό πρόγραμμα και τον τερματισμό της στήριξης σε περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Χεζμπολάχ. Το πακέτο προτάσεων δεν αφήνει, επομένως, περιθώριο για ουσιαστική διαπραγμάτευση, παρά μόνο για συμμόρφωση.
Η ιρανική απάντηση κινήθηκε στον αντίποδα. Σύμφωνα με το Press TV, η Τεχεράνη παρουσίασε πέντε όρους: άμεση παύση «των επιθέσεων και των δολοφονιών», εγγυήσεις ότι ΗΠΑ και Ισραήλ δεν θα ξαναρχίσουν τις εχθροπραξίες, καταβολή αποζημιώσεων για τις καταστροφές, συνολική αποκλιμάκωση σε όλα τα περιφερειακά μέτωπα -συμπεριλαμβανομένων των «ομάδων της αντίστασης»- και διεθνή αναγνώριση της κυριαρχίας του Ιράν στο Στενό του Ορμούζ. Η σύγκριση των δύο πλαισίων αναδεικνύει την πλήρη ασυμβατότητα στόχων.
Σχέδια εισβολής πίσω από τις «συνομιλίες»
Και ενώ όλα αυτά εκτυλίσσονται σε επίπεδο ρητορικής, στο πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων διαμορφώνεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Σύμφωνα με ανακοινώσεις του Πενταγώνου, 2.000 με 3.000 αλεξιπτωτιστές της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας έχουν λάβει εντολές ανάπτυξης στη Μέση Ανατολή.
Στρατιωτικοί αναλυτές σημειώνουν πως πρόκειται για μια δύναμη ταχείας επέμβασης που συνήθως χρησιμοποιείται στην έναρξη -και όχι στο τέλος- συγκρούσεων. Παράλληλα, δύο αμφίβιες μονάδες πεζοναυτών, συνολικής δύναμης περίπου 4.700 ανδρών, κατευθύνονται προς τον Περσικό Κόλπο, με το USS Tripoli να μεταφέρει 2.200 πεζοναύτες και το USS Boxer άλλους 2.500.
Στο επίκεντρο αυτών των σχεδιασμών μοιάζει να βρίσκεται η νήσος Χαργκ, από την οποία διέρχεται περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Σύμφωνα με εκτενή ανάλυση των Financial Times, οι ΗΠΑ έχουν ήδη προχωρήσει σε πλήγματα εναντίον περισσότερων από 90 στρατιωτικών στόχων στο νησί -μεταξύ αυτών αποθήκες ναρκών και οχυρωμένες πυραυλικές εγκαταστάσεις- σε μια φάση που στρατιωτικοί αναλυτές περιγράφουν ως «προετοιμασία του πεδίου μάχης».
Το ίδιο σενάριο προβλέπει μια επιχείρηση πολλαπλών φάσεων, με αποβάσεις πεζοναυτών, είτε από τη θάλασσα είτε μέσω αεροσκαφών V-22 Osprey, ενώ μονάδες της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας και Rangers θα μπορούσαν να προηγηθούν για την κατάληψη κρίσιμων θέσεων και την εξασφάλιση του εδάφους πριν από την κύρια δύναμη.
Ο Σεθ Κράμρικ, πρώην επικεφαλής επιχειρήσεων των ειδικών δυνάμεων, σχολίασε στους Financial Times ότι μια τέτοια επιχείρηση θα συνιστούσε «οικονομικό πόλεμο σε ένα εντελώς διαφορετικό και πιο σύνθετο πεδίο», επισημαίνοντας ότι θα ήταν δύσκολο να δικαιολογηθεί στο αμερικανικό κοινό «με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν». Το ίδιο ρεπορτάζ υπογραμμίζει ότι ακόμη και αν η κατάληψη της νήσου Χαργκ επιτύχει στρατιωτικά, το Ιράν θα μπορούσε να καταστρέψει τις ίδιες του τις ενεργειακές εγκαταστάσεις, περιορίζοντας δραστικά οποιοδήποτε όφελος, ενώ το αποτέλεσμα «ενδέχεται να μετέβαλε ελάχιστα τη θέση των ΗΠΑ στον πόλεμο».
Η Τεχεράνη έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα απαντήσει, ακόμη και πλήττοντας δικό της έδαφος για να αποτρέψει αμερικανική απόβαση. Αυτό σημαίνει ότι το σενάριο μιας γρήγορης και «καθαρής» επιχείρησης -το αφήγημα που συχνά συνοδεύει τις αποφάσεις του Τραμπ- είναι στην καλύτερη περίπτωση αισιόδοξο και στη χειρότερη επικίνδυνα παραπλανητικό. Η πραγματικότητα δείχνει πως οδεύουμε απλώς προς έναν πόλεμο φθοράς, με αυξανόμενο κόστος και αβέβαιη έκβαση.
Πόλεμος χωρίς στήριξη
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου, Ισραηλινοί αξιωματούχοι εξετάζουν την εντατικοποίηση των αεροπορικών επιθέσεων, ανησυχώντας πως ο Τραμπ θα μπορούσε να επιχειρήσει να κλείσει βιαστικά τη σύγκρουση προτού επιτευχθούν οι βασικοί στρατηγικοί στόχοι του Τελ Αβίβ.
Το ανθρώπινο κόστος της σύγκρουσης είναι ήδη βαρύ. Η οργάνωση HRANA καταγράφει τουλάχιστον 1.443 επιβεβαιωμένους νεκρούς αμάχους στο Ιράν μέσα σε τέσσερις εβδομάδες, εκ των οποίων 217 παιδιά, ενώ μόνο σε ένα πλήγμα στο δημοτικό σχολείο της Μινάμπ σκοτώθηκαν 168 άτομα, στην πλειονότητά τους μαθήτριες. Σύμφωνα με το Reuters, η Τεχεράνη δίνει σκόπιμα χαμηλούς απολογισμούς θυμάτων και οι νεκροί από τις αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις ξεπερνούν κατά πολύ τους 3.000.
Στον Λίβανο, που συνεχίζει να συγκλονίζεται από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς και τις χερσαίες επιχειρήσεις, οι νεκροί έχουν φτάσει τους 1.072, οι τραυματίες τους 2.966 και περίπου 1,2 εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί.
Το οικονομικό αποτύπωμα του πολέμου αποδεικνύεται ήδη δυσανάλογο σε σχέση με τους διακηρυγμένους στόχους του. Μέσα στις πρώτες εβδομάδες, το άμεσο στρατιωτικό κόστος για τις ΗΠΑ υπολογίζεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Πολύ σοβαρότερες, όμως, είναι οι έμμεσες συνέπειες που αναμένεται να συνεχίσουν να γίνονται αισθητές για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η αναταραχή στο Στενό του Ορμούζ έχει οδηγήσει στην εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, προκαλώντας τη μεγαλύτερη διαταραχή στην αγορά ενέργειας εδώ και δεκαετίες. Παράλληλα, οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή υπολογίζονται σε δεκάδες δισεκατομμύρια, ενώ η άνοδος του κόστους μεταφέρεται ήδη στις εθνικές οικονομίες μέσω πληθωριστικών πιέσεων, αυξημένων επιτοκίων και επιβράδυνσης της ανάπτυξης.
Είναι επόμενο η στήριξη και των ίδιων των Αμερικανών για τον πόλεμο να υποχωρεί. Σφυγμομέτρηση του Reuters/Ipsos δείχνει ότι μόνο το 35% των πολιτών στηρίζει πλέον τις αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις, ενώ το 61% τάσσεται εναντίον τους. Η αποδοχή του Τραμπ έχει υποχωρήσει στο 36% σε μια εκλογική χρονιά. Σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα μιας σύγκρουσης που υποτίθεται πως «οδεύει προς το τέλος της» μοιάζει όλο και περισσότερο με ευσεβής πόθος και λιγότερο με σοβαρή στρατηγική εκτίμηση. Και η «διπλωματία» που επικαλείται ο Λευκός Οίκος αποδεικνύεται καθαρά προσχηματική· ένας ακόμη τρόπος διαχείρισης μιας κρίσης η οποία συνεχίζει να βαθαίνει.
Στοιχηματίζοντας στον πόλεμο
Οι δηλώσεις και οι αναρτήσεις του Τραμπ για τις συγκρούσεις λειτουργούν ως σήματα προς τις αγορές, με αποτέλεσμα ακραία μεταβλητότητα στα χρηματιστήρια που δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για κερδοσκοπία

Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν φέρνουν στο προσκήνιο ένα νέο ανησυχητικό μοτίβο: τη μετατροπή της εξωτερικής πολιτικής και των στρατιωτικών αποφάσεων σε ευκαιρίες άμεσου χρηματικού κέρδους για όσους έχουν άμεση πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων. Στο επίκεντρο βρίσκεται και πάλι -ποιος άλλος;- ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς για μία ακόμη φορά αποκαλύπτεται πως δηλώσεις και αναρτήσεις του για τον πόλεμο λειτουργούν ως σήματα προς τις αγορές. Σήματα, βέβαια, που ορισμένοι φαίνεται να γνωρίζουν εκ των προτέρων.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση που έφερε στο φως της δημοσιότητας η εφημερίδα Financial Times. Λίγα λεπτά πριν από ανάρτηση του Τραμπ, στην οποία έκανε λόγο για «παραγωγικές συνομιλίες» με την Τεχεράνη και ανακοίνωνε προσωρινό πάγωμα στις επιθέσεις, πραγματοποιήθηκαν μαζικές συναλλαγές στην αγορά πετρελαίου. Μέσα σε ένα μόλις λεπτό άλλαξαν χέρια περίπου 6.200 συμβόλαια Brent συνολικής αξίας σχεδόν 580 εκατομμυρίων δολαρίων Η αγορά αντέδρασε ακαριαία. Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν και τα χρηματιστήρια ανέκαμψαν. Όσοι είχαν τοποθετηθεί εγκαίρως μπορούσαν να αποκομίσουν κέρδη δεκάδων ή και εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Η χρονική σύμπτωση είναι δύσκολο να εξηγηθεί με βάση τη διαίσθηση. Σε αγορές υψηλής ταχύτητας, λίγα λεπτά συνιστούν τεράστιο χρονικό πλεονέκτημα και συχνά ένδειξη πρόσβασης σε εσωτερική πληροφόρηση. Διαχειριστές κεφαλαίων χαρακτήρισαν τον χρόνο των συναλλαγών «εξαιρετικά ασυνήθιστο», ενώ κάποιοι συνόψισαν το συμπέρασμα με μια φράση: «Κάποιος μόλις έγινε πολύ πλουσιότερος».
Τιμές πετρελαίου σαν εκκρεμές
Δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο. Το CNN επισημαίνει πως οι τιμές του πετρελαίου κινούνται τις τελευταίες εβδομάδες σαν εκκρεμές, ακολουθώντας τις εναλλαγές στη ρητορική του Τραμπ - από απειλές για κλιμάκωση έως υποσχέσεις για γρήγορη λήξη του πολέμου. Το αποτέλεσμα είναι μια ακραία μεταβλητότητα που δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για κερδοσκοπία.
Παράλληλα, μια νέα μορφή «στοιχηματισμού στον πόλεμο» έχει αναπτυχθεί μέσω πλατφορμών, όπως οι Kalshi και Polymarket. Εκεί, επενδυτές δεν αγοράζουν απλώς πετρέλαιο ή μετοχές, αλλά ποντάρουν απευθείας σε πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Αν θα ξεσπάσει επίθεση, πότε θα υπάρξει εκεχειρία, ή ακόμη και αν θα ανατραπεί μια κυβέρνηση. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, μόνο για τον πόλεμο στο Ιράν έχουν στοιχηματιστεί πάνω από 500 εκατομμύρια δολάρια σε τέτοιου είδους συμβόλαια, ενώ επιπλέον 150 εκατομμύρια αφορούσαν σενάρια για την απομάκρυνση της ιρανικής ηγεσίας.
Η πρακτική αυτή είχε ήδη εμφανιστεί πριν από τη σημερινή σύγκρουση. Τον Ιανουάριο, η πλατφόρμα Polymarket φιλοξενούσε συμβόλαια για το αν οι ΗΠΑ θα επιτεθούν στη Βενεζουέλα μέχρι το τέλος του μήνα, με τον όγκο συναλλαγών να ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια δολάρια. Σε άλλες περιπτώσεις, επενδυτές κατάφεραν να αποκομίσουν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια στοιχηματίζοντας στην ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο, λίγες ώρες πριν ξεκινήσει η επιχείρηση για την απαγωγή του.
Αυτό που προκύπτει δεν είναι απλώς μια νέα αγορά υψηλού ρίσκου, αλλά ένα σύστημα στο οποίο στρατιωτικές αποφάσεις, πολιτικές δηλώσεις και χρηματοοικονομικά στοιχήματα αλληλοτροφοδοτούνται. Οι ίδιες οι εξελίξεις στο πεδίο της σύγκρουσης μετατρέπονται σε «γεγονότα προς διαπραγμάτευση», με πραγματικά κεφάλαια να ποντάρονται πάνω σε αποφάσεις που, θεωρητικά, λαμβάνονται με όρους εθνικής ασφάλειας.
Ακόμη πιο ενδεικτικά είναι τα μοτίβα των ίδιων των συναλλαγών. Αναλύσεις έχουν εντοπίσει λογαριασμούς που δημιουργούνται λίγες ημέρες πριν από κρίσιμα γεγονότα και τοποθετούν μεγάλα, μονόπλευρα στοιχήματα. Για παράδειγμα, στην έναρξη των επιθέσεων της 28ης Φεβρουαρίου αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη μέσα σε λίγες ώρες. Σε μία περίπτωση, έξι τέτοιοι λογαριασμοί φέρονται να κέρδισαν πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια προβλέποντας την επίθεση.
«Θεμελιωδώς διεφθαρμένες αγορές»
Ορισμένοι οικονομολόγοι και αναλυτές βλέπουν πλέον ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Ο Μοχάμεντ Ελ-Εριάν επισημαίνει ότι οι παρεμβάσεις του Τραμπ λειτουργούν ως «καταλύτης» που ανακόπτει ή επιταχύνει τις κινήσεις των αγορών, ενώ ο Μάρκο Κολάνοβιτς της JPMorgan προειδοποιεί ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις υπονομεύουν τη σταθερότητα και τη ρευστότητα. Η λεγόμενη στρατηγική «TACO» (Trump Always Chickens Out) περιγράφει ακριβώς αυτό το μοτίβο: επιθετική ρητορική που πιέζει τις αγορές και στη συνέχεια αιφνίδια αποκλιμάκωση που δημιουργεί χρηματιστηριακό ράλι.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Όταν αποφάσεις που αφορούν πόλεμο και ειρήνη συνδέονται τόσο άμεσα με χρηματοοικονομικά στοιχήματα, δημιουργείται ένα επικίνδυνο σύστημα κινήτρων. Ακόμα και μέσα στην αμερικανική Γερουσία ακούγονται πια προειδοποιήσεις για πρακτικές που οδηγούν σε «θεμελιωδώς διεφθαρμένες αγορές».
Η σύγκλιση αυτών των φαινομένων -χειραγώγηση αγορών, στοιχηματισμός σε πολεμικά γεγονότα και πολιτική ρητορική που λειτουργεί ως οικονομικό σήμα- αποτυπώνει μια νέα πραγματικότητα. Γιατί ο πόλεμος ήταν πάντα πηγή κέρδους. Αυτό που αποκαλύπτεται σήμερα είναι η πλήρης ενσωμάτωσή του στη λειτουργία των αγορών -σε πραγματικό χρόνο- με τις πολιτικές αποφάσεις να λειτουργούν ως μηχανισμός παραγωγής κέρδους.
