Ένα γνώριμο γεωπολιτικό σενάριο επιστρέφει στις στρατηγικές συζητήσεις της Δύσης: η ενεργοποίηση του κουρδικού παράγοντα ως χερσαίας δύναμης στον πόλεμο με το Ιράν. Μέχρι στιγμής η σύγκρουση διεξάγεται κυρίως από τον αέρα. Όμως η αποσταθεροποίηση ενός μεγάλου και πολύπλοκου κράτους όπως το Ιράν δύσκολα επιτυγχάνεται χωρίς την παρουσία χερσαίων δυνάμεων.
Στα ορεινά σύνορα του δυτικού Ιράν, απέναντι από το ιρακινό Κουρδιστάν, δρουν εδώ και χρόνια οργανώσεις της ιρανικής κουρδικής αντιπολίτευσης. Πρόκειται για ομάδες με περιορισμένες αλλά οργανωμένες στρατιωτικές δομές, που διατηρούν βάσεις στο βόρειο Ιράκ και γνωρίζουν καλά το δύσβατο έδαφος της περιοχής. Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις δυτικών μέσων ενημέρωσης, ορισμένες από αυτές τις οργανώσεις βρίσκονται ήδη σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής, ενώ σε διπλωματικό επίπεδο έχουν γίνει συζητήσεις για το ενδεχόμενο παροχής αεροπορικής υποστήριξης σε περίπτωση που επιχειρήσουν να περάσουν τα σύνορα.
Είναι ένα γνωστό μοντέλο. Η ίδια στρατηγική που εφαρμόστηκε στο Ιράκ το 2003 και αργότερα στη Συρία: δυτική αεροπορική ισχύς από τη μία πλευρά και τοπικές κουρδικές δυνάμεις που επιχειρούν στο έδαφος από την άλλη.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, η ιδέα μοιάζει λογική. Οι κουρδικές οργανώσεις διαθέτουν εμπειρία σε ανταρτοπόλεμο, έχουν βαθιά γνώση της μεθορίου και διατηρούν μακροχρόνιες επαφές με δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών. Η ενεργοποίησή τους θα μπορούσε να εντείνει ακόμη περισσότερο την πίεση προς το καθεστώς της Τεχεράνης.
Πίσω όμως από το σενάριο κρύβεται μια ιστορία που επαναλαμβάνεται σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια εδώ και δεκαετίες. Όταν μια μεγάλη δύναμη επιδιώκει να ασκήσει πίεση σε κάποια χώρα της περιοχής, οι κουρδικές οργανώσεις εμφανίζονται ως φυσικός σύμμαχος. Σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία τους, καλλιεργείται η ελπίδα ότι η υποστήριξη αυτή θα οδηγήσει κάποια στιγμή σε πολιτική αυτονομία ή ακόμη και σε ανεξαρτησία. Στην πράξη βέβαια οι υποσχέσεις σπάνια υλοποιούνται. Μετά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου το 1991, οι Κούρδοι του Ιράκ ενθαρρύνθηκαν να εξεγερθούν εναντίον του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, πιστεύοντας ότι θα είχαν τη στήριξη της Ουάσιγκτον. Όταν όμως η εξέγερση ξέσπασε, η αμερικανική υποστήριξη δεν ήρθε ποτέ και οι κουρδικοί πληθυσμοί βρέθηκαν εκτεθειμένοι στα αντίποινα του ιρακινού στρατού, προκαλώντας ένα νέο κύμα καταστολής και προσφυγιάς.
Υπάρχουν και πιο πρόσφατα παραδείγματα. Για σχεδόν μια δεκαετία οι κουρδικές δυνάμεις αποτέλεσαν τον βασικό χερσαίο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών στη Συρία. Χιλιάδες "πεσμεργκά" σκοτώθηκαν σε μάχες που άλλαξαν την πορεία της σύγκρουσης. Όταν όμως οι γεωπολιτικές ισορροπίες άλλαξαν η στήριξη τερματίστηκε. Η συνεννόηση της Ουάσιγκτον με τη νέα συριακή ηγεσία άφησε για άλλη μια φορά τους Κούρδους ξεκρέμαστους με αποτέλεσμα πολύ σύντομα να βρεθούν στο στόχαστρο του νέου καθεστώτος.
Σήμερα, καθώς ο πόλεμος γύρω από το Ιράν κλιμακώνεται, τα πρώτα σημάδια κινητικότητας στα σύνορα με το Ιράκ έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται. Η Τεχεράνη προειδοποιεί για «τρομοκρατικές κινήσεις» κοντά στη μεθόριο, υποστηρίζοντας ότι ένοπλες οργανώσεις επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τον πόλεμο για να ανοίξουν ένα νέο μέτωπο στο δυτικό Ιράν. Αεροπορικά και πυραυλικά πλήγματα της Τεχεράνης εναντίον βάσεων κουρδικών οργανώσεων στο βόρειο Ιράκ έρχονται να επιβεβαιώσουν τους φόβους..
Ο πρόεδρος Τραμπ εμφανίζεται έτοιμος να παίξει το κουρδικό χαρτί δηλώνοντας ότι βρίσκει την ιδέα «υπέροχη». Ακόμα όμως και στο δυτικό στρατόπεδο υπάρχουν αρκετοί που διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις. Σημειώνουν πως η κίνηση θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους πολύ μεγαλύτερους από τα πιθανά στρατιωτικά οφέλη. Σε πρόσφατη ανάλυση του Atlantic Council επισημαίνεται ότι το Ιράν δεν είναι ένα εθνοτικά ομοιογενές κράτος αλλά μια χώρα με σημαντικές μειονότητες -Κούρδους, Βαλούχους, Άραβες και άλλες εθνοτικές ομάδες. Η ενθάρρυνση ένοπλων κινημάτων σε αυτές τις περιοχές θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτή αποσταθεροποίηση και να μετατρέψει έναν διακρατικό πόλεμο σε πολυεπίπεδο εμφύλιο. Μια τέτοια εξέλιξη, προειδοποιούν, θα μπορούσε παράλληλα να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Αν η Τεχεράνη καταφέρει να παρουσιάσει την εμπλοκή εθνοτικών οργανώσεων ως ξένη απόπειρα διάλυσης της χώρας, υπάρχει ο κίνδυνος να προκληθεί εθνική συσπείρωση γύρω από το καθεστώς.
Σε κάθε περίπτωση, το σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μακροχρόνια περιφερειακή κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Και όπως δείχνει η πρόσφατη ιστορία, οι πρώτοι που θα βρεθούν να πληρώνουν το κόστος μιας τέτοιας γεωπολιτικής σύγκρουσης θα είναι για άλλη μια φορά οι ίδιοι οι Κούρδοι. Ένας λαός που συχνά μετατρέπεται σε πολύτιμο σύμμαχο όταν οι μεγάλες δυνάμεις τον χρειάζονται -και ξεχνιέται όταν η μάχη τελειώσει.