Οι πόλεμοι δεν κρίνονται τη στιγμή που ξεκινούν αλλά τη στιγμή που τελειώνουν. Και στη σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν, το βασικό ερώτημα αφορά το ποιος θα είναι εκείνος που θα καθορίσει το σημείο εξόδου.
Ο Λευκός Οίκος του Ντόναλντ Τραμπ πασχίζει ήδη να παρουσιάσει την αμερικανική εμπλοκή ως περιορισμένη, ελεγχόμενη και σύντομη. Μια επιχείρηση «μερικών εβδομάδων», με σαφές περίγραμμα και συγκεκριμένο στόχο. Όμως οι ίδιες οι δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παραδέχθηκε ότι η εμπλοκή του αμερικανικού στρατού στις επιχειρήσεις αποφασίστηκε υπό τον φόβο πως μια επικείμενη ισραηλινή επίθεση θα προκαλούσε ιρανικά αντίποινα κατά αμερικανικών στόχων. Ήταν δηλαδή μια αντανακλαστική κίνηση.
Ο πρόεδρος της Βουλής Μάικ Τζόνσον υπογράμμισε, από την πλευρά του, πως το Ισραήλ ήταν έτοιμο να δράσει ακόμη και χωρίς αμερικανική υποστήριξη. Η σύγκρουση, δηλαδή, δεν γεννήθηκε αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον· η αμερικανική επιλογή ήταν να μη μείνει εκτός μιας διαδικασίας που είχε ήδη τεθεί σε κίνηση.
Είναι ένας ισχυρισμός με τεράστιο πολιτικό βάρος. Γιατί συγκρούεται με την ίδια την ταυτότητα που ο Ντόναλντ Τραμπ καλλιέργησε συστηματικά τα προηγούμενα χρόνια.
Η κριτική του στους «ατέρμονους πολέμους» αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του αφήγησης. Η αναφορά του στην εισβολή στο Ιράκ ως ιστορικό λάθος — με τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος — δεν ήταν απλώς απολογιστική αλλά έθετε τα θεμέλια για μια διαφορετική υπόσχεση: λιγότερες στρατιωτικές εμπλοκές στο εξωτερικό, έμφαση στο εσωτερικό τοπίο.
Σήμερα, είναι αυτή η υπόσχεση αυτή που δοκιμάζεται. Ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι η κλιμάκωση θα παραμείνει ελεγχόμενη. Όμως η ιστορία της Μέσης Ανατολής έχει δείξει ότι οι συγκρούσεις σπάνια υπακούουν στα χρονοδιαγράμματα και τους αρχικούς σχεδιασμούς. Ιδίως όταν οι βασικοί παράγοντες επιδιώκουν διαφορετικά αποτελέσματα.
Και εδώ βρίσκεται μάλλον η ουσία. Για την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, η αναμέτρηση με το Ιράν δεν είναι τακτικός ελιγμός. Εντάσσεται σε μια στρατηγική μακράς πνοής, με στόχο τη συστηματική αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής στην περιοχή. Η κλίμακα και ο χρονικός ορίζοντας αυτής της επιδίωξης είναι ευρύτερα από εκείνα που εμφανίζεται να αποδέχεται ο Λευκός Οίκος.
Ταυτόχρονα, οι πολεμικές συνθήκες επηρεάζουν και το εσωτερικό πολιτικό πεδίο στο Ισραήλ. Η μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης στην ασφάλεια περιορίζει την ένταση της κριτικής για ζητήματα διαφθοράς και διακυβέρνησης. Η σύγκρουση λειτουργεί, αναπόφευκτα, και ως παράγοντας εσωτερικής συσπείρωσης.
Η αμερικανική ηγεσία, αντίθετα, επενδύει σε μια περιορισμένη λογική αποτροπής: ένα μήνυμα ισχύος με ελεγχόμενο κόστος και σύντομη διάρκεια. Και κυρίως σε μια θεαματική νίκη ενόψει των επερχόμενων ενδιάμεσων εκλογών.
Όμως όταν δύο σύμμαχοι εισέρχονται στην ίδια αναμέτρηση με διαφορετικούς στρατηγικούς ορίζοντες, η εξέλιξη δεν καθορίζεται από τον πιο συγκρατημένο σχεδιασμό, αλλά από τον πιο απαιτητικό.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η επιχείρηση σχεδιάστηκε να διαρκέσει εβδομάδες. Είναι αν υπάρχει κοινή συμφωνία για το τι συνιστά επιτυχία και πότε αυτή θεωρείται επιτευχθείσα. Χωρίς τέτοια σύγκλιση, κάθε διαβεβαίωση περί περιορισμένης διάρκειας παραμένει πολιτική εκτίμηση, όχι εγγύηση.
Για την διακυβέρνηση Τραμπ επομένως πρόκειται για δοκιμασία συνέπειας μεταξύ ρητορικής και πράξης, που θα συναντήσει ισχυρή αντίσταση στο πολιτικό ακροατήριο της αλλά και δοκιμασία συντονισμού μεταξύ συμμάχων με άνισους χρονικούς και πολιτικός υπολογισμούς. Το πραγματικό ερώτημα, τελικά, δεν είναι πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση, αλλά ποιος και πότε θα διακηρύξει τη «νίκη». Και προς το παρόν, αυτό παραμένει αβέβαιο.