Live τώρα    
Ευρώπη / Τα στρατηγικά διλήμματα που στοιχειώνουν τον δρόμο της
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ευρώπη / Τα στρατηγικά διλήμματα που στοιχειώνουν τον δρόμο της

135624934b.jpg

Αν υπάρχει ένας χαμένος -επιθετικός προσδιορισμός που υποδηλώνει τόσο αυτόν που χάνει οφέλη και ευκαιρίες όσο κι εκείνον που χάνει τον προσανατολισμό του- στην «κοσμογονία» της εποχής, καθώς ο κόσμος ξαναμοιράζεται μέσα από αφηγήσεις που ιστορικά έχουν ξεπεραστεί και απέναντι στις οποίες θα όφειλε κάποιος να προτείνει εναλλακτικές ιδέες, αυτός δεν είναι άλλος από την Ευρώπη. 

Όμως, αυτό δεν θα στενοχωρήσει πολλούς. Το «σχέδιο Ευρώπη» δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα αγαπητό. Δεν ήταν μια πορεία από κάτω προς τα πάνω. Δεν εξέφραζε ανεκπλήρωτες επιθυμίες μαζών, μεγαλεπήβολα οράματα κυβερνητών, ουτοπίες διανοούμενων. Ήταν μια in vitro επινόηση. 

Ένα σχέδιο που σκόπευε να μετουσιωθεί σε πεπρωμένο, μόνο έτσι θα μπορούσε να αφομοιωθεί. Ένα, κατά βάση, νεοφιλελεύθερο πείραμα, εντελώς παράδοξο, αφού στη βάση του δεν θεμελιώθηκε ένα ανοιχτό, αποκεντρωμένο, αυτορρυθμιζόμενο σύστημα αλλά μια σκληρή συγκεντρωτική γραφειοκρατία επιμερισμού ρόλων και κανονιστικού κυκεώνα. 

Με μία θεμελιώδη διαφορά: Αυτό το παράδοξο πείραμα συγκόλλησης και ώσμωσης ταυτόχρονα των ευρωπαϊκών εθνών, όσο τρελό κι αν ήταν, βασίστηκε στον ρεαλισμό ενός ιδιαίτερου λόγου· είχε καταβολές στο συλλογικό τραύμα. Στην επίγνωση μιας ζοφερής ιστορικής κληρονομιάς. 

Στη βαριά σκιά του θανάτου και της καταστροφής που συνεχίζει ακόμη και σήμερα να διατρέχει την ευρωπαϊκή συλλογική συνείδηση, όπως πολύ εκπληκτικά και απροσδόκητα επιβεβαίωσε η συνταρακτική αποκάλυψη των άγνωστων μέχρι σήμερα φωτογραφικών ντοκουμέντων από την εκτέλεση των 200 Ελλήνων πατριωτών στην Καισαριανή το 1944 από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής. 

Υπό την οπτική μιας σύγχρονης ανάγνωσης και προσέγγισης της Ιστορίας, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ευρώπη ήταν ένας ευρωπαϊκός εμφύλιος. Και το σχέδιο για την οικονομική και πολιτική Ένωση των ευρωπαϊκών εθνών που έμελλε να ακολουθήσει αυτόν τον «εμφύλιο», δεν ήταν ένα οικονομοτεχνικό πρόγραμμα. Ήταν μια άτυπη συνθήκη συμφιλίωσης, ένας μεγαλειώδης πλην ανομολόγητος ιστορικός συμβιβασμός.

Αναζητώντας ταυτότητα

Το σχέδιο τώρα έχει βαλτώσει. Το είδωλο της Ευρώπης στον καθρέφτη είναι εκείνο μιας αντιφατικής περσόνας, οικονομικά ισχυρής αλλά γεωπολιτικά αδύναμης, ρητορικά ενωμένης αλλά στρατηγικά διαιρεμένης, φιλόδοξης σε στόχους αλλά διστακτικής σε δράση. Από τη διαχείριση της σχέσης με τον ιστορικό εταίρο και σύμμαχο στην αντίπερα πλευρά του Ατλαντικού, μέχρι τον πόλεμο στην Ουκρανία και την άχαρη διελκυστίνδα για τη δημοσιονομική ολοκλήρωση, το σχέδιο «Ευρώπη» παραπαίει.

Τα διλήμματα συσσωρεύονται σχηματίζοντας ένα τρίγωνο του διαβόλου: Θα συνεχιστεί η εξάρτηση από τις ΗΠΑ ή θα επιδιωχθεί αυτονομία; Θα αναζητηθεί φόρμουλα συνύπαρξης με τη Ρωσία σε μια νέα αρχιτεκτονική, που έτσι κι αλλιώς είναι αναπόφευκτη, ή το σχίσμα θα γίνει ρήγμα; Θα υπάρξει κίνηση προς μια ουσιαστική ολοκλήρωση ξεπερνώντας το ταμπού της αμοιβαιοποίησης του χρέους ή θα συνεχιστεί η ρότα της χαλαρής λέσχης; Κάθε ένα από αυτά τα διλήμματα συμπυκνώνουν την ίδια υποκείμενη πραγματικότητα: Η Ευρώπη είναι μια αδιαμφισβήτητη δύναμη στο σύνολό της αλλά στερείται συνεκτικής στρατηγικής.

Για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, η ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον Βορειοατλαντισμό. ΗΠΑ και ΝΑΤΟ αποτελούσαν τη στρατιωτική ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής άμυνας από την συμβατική έως την πυρηνική αποτροπή και από την αντιπυραυλική ασπίδα έως την αντικατασκοπεία. Αυτό το θεμέλιο τώρα μετατοπίζεται.

Στην πρόσφατη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μίλησαν ανοιχτά για μια σχέση που θα παραπέμπει περισσότερο σε μια εταιρική συνέργεια παρά σε μια συμμαχία συμπόρευσης και κοινού σκοπού. Ακόμα και όταν ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο τους διαβεβαίωσε για τη συνέχιση της αμερικανικής δέσμευσης στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, οι αντιδράσεις τους ήταν επιφυλακτικές. 

Οι Ευρωπαίοι συνειδητοποιούν πως η στρατηγική εστίαση της Ουάσιγκτον είναι προσανατολισμένη στη Κίνα, ενώ οι βαθιές εσωτερικές πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις αποσπούν την προσοχή της. Η Αμερική είναι πιο διχασμένη από ποτέ και η στρατηγική δέσμευσή της στην Ευρώπη, όσο απαραίτητη κι αν είναι, δεν είναι πια προβλέψιμη.

Επομένως, η πρόκληση δεν είναι αν η Ευρώπη θα παραμείνει ευθυγραμμισμένη με την Αμερική, είναι το πώς θα διαχειριστεί έναν δεσμό που έχει μετατραπεί σε σχέση υπό όρους και υπό αίρεση. Όπως προειδοποίησε η Κάγια Κάλλας, επικεφαλής της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, η Ε.Ε. λειτουργεί τώρα υπό μια νέα εξίσωση όπου τα όρια μεταξύ φίλου, εταίρου και στρατηγικού ανταγωνιστή με τις ΗΠΑ είναι λιγότερο σαφή.

Γάμος από ανάγκη

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς «μεγέθυνε» αυτή τη συλλογιστική. Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες, είπε, δεν μοιράζονται πλέον τις ίδιες αξίες και θα πρέπει αντ’ αυτού να βασίσουν τη συνεργασία τους στα κοινά συμφέροντα. Η έκκλησή του για μια πιο ισότιμη διατλαντική σχέση αντανακλά την εντεινόμενη αίσθηση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι η εξάρτηση από την Ουάσιγκτον πρέπει σταδιακά να μειωθεί, έστω και αν ακόμη δεν μπορεί να αντικατασταθεί.

Για τους αναλυτές, η πιθανή πορεία των Ευρωπαίων από εδώ και πέρα θα είναι αυτή της αντιστάθμισης· όχι της ρήξης. Η Ευρώπη θα πρέπει να αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες της, θα πρέπει να οργανώσει ένα εσωτερικό, «αυτόνομο» δίκτυο στρατιωτικών προμηθειών, θα πρέπει να διερευνήσει εναλλακτικές στο πεδίο της πυρηνικής αποτροπής, περιλαμβανομένης της προοπτικής ανάπτυξης μιας γαλλογερμανικής αντιπυραυλικής ομπρέλας. Όσο κι αν το ΝΑΤΟ θα συνεχίσει να παραμένει κεντρικό στην ευρωπαϊκή άμυνα στο ορατό μέλλον, η αναζήτηση εναλλακτικών δεν μπορεί να αποφευχθεί.

Η διατλαντική συμμαχία εξελίσσεται σε κάτι λιγότερο ρομαντικό και πιο συναλλακτικό, έναν γάμο ανάγκης παρά αμοιβαίας έλξης. Το μέλλον του είναι σίγουρα ζήτημα επιλογών. Δεδομένης της επάρκειας πόρων της Ευρώπης, είναι απόλυτα διαχειρίσιμο πάντως. Εκείνο που δεν φαίνεται να είναι διαχειρίσιμο, στο σημείο που έχουν φτάσει σήμερα τα πράγματα, είναι η σχέση με τη Ρωσία.  

Ρωσία, το μεγάλο δίλημμα 

Αν η διατλαντική σχέση χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, εκείνη με τη Ρωσία ορίζεται εδώ και καιρό από δυσπιστία. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, η Μόσχα εκλαμβάνεται και αντιμετωπίζεται ως κύρια εν δυνάμει απειλή για τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Στο ευρωπαϊκό πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο συνεχίζουν να καλλιεργούν κλίμα επικείμενης πολεμικής αναμέτρησης - τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και πολιτικών αποφάσεων. Το σενάριο μιας υβριδικής αντιπαράθεσης με χαρακτηριστικά υπονόμευσης ή ψυχολογικού πολέμου φαντάζει το πιο πιθανό, είναι το πιο ρεαλιστικό από πλευράς ελεγχόμενης δυνατότητας κλιμάκωσης, και βέβαια παραμένει το πιο διαχειρίσιμο σε ό,τι αφορά τη σχέση κόστους-αποτελέσματος. 

Ωστόσο, παραβλέπεται ή υποτιμάται και η συζήτηση στρέφεται πάντα στο απώτερο και χειρότερο, εκείνο μιας πλήρους κλίμακας πολεμικής αναμέτρησης. Σίγουρα η σεναριολογία δεν σταματά ούτε εξαντλείται, όμως η γεωγραφία και η ιστορία συνηγορούν υπέρ ενός βασικού συλλογισμού: Υπό οποιαδήποτε αρχιτεκτονική ευρωπαϊκής ασφάλειας, η Ρωσία δεν γίνεται να αγνοηθεί.

Έτσι, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αντιμετωπίζουν το δεύτερο μεγάλο δίλημμά τους: Θα επιδιώξουν μακροπρόθεσμη συνύπαρξη με τη Ρωσία ή θα επιμείνουν στην εσαεί διατήρηση κατάστασης αόριστης αντιπαράθεσης μαζί της; Προς το παρόν, η απάντηση φαίνεται να είναι «ούτε ειρήνη, ούτε πόλεμος». Μια ενδιάμεση κατάσταση παρατεταμένης αντιπαράθεσης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεχίζουν να υποστηρίζουν την Ουκρανία ενώ επιβάλλουν διαδοχικούς γύρους κυρώσεων στη Ρωσία. Ωστόσο, ορισμένοι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι αυτός είναι ένας αδιέξοδος δρόμος. Θεωρούν ότι τα κανάλια επικοινωνίας με τη Μόσχα πρέπει τελικά να ανοίξουν πάλι.

Η Ευρώπη παρακολουθεί παραγκωνισμένη στο περιθώριο τον Τραμπ να παζαρεύει το μέλλον της Ουκρανίας. Οι τελευταίες συζητήσεις για τον διορισμό απεσταλμένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Μόσχα αντανακλούν την ανησυχία ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να αποκλειστεί από διευθετήσεις που επηρεάζουν άμεσα την ασφάλειά της. Οικονομολόγοι και αναλυτές που επικαλείται η DW όπως η Ελίνα Ριμπάκοβα, μέλος του Ινστιτούτου Peterson για τη Διεθνή Οικονομία, της δεξαμενής σκέψης Bruegel των Βρυξελλών και καθηγήτρια εξωτερικής πολιτικής στη Σχολή Οικονομικών του Κιέβου, προειδοποιούν ότι χωρίς τη συμμετοχή της Ευρώπης, οποιαδήποτε διευθέτηση στην Ουκρανία θα μπορούσε να υπονομεύσει την περιφερειακή σταθερότητα και να ενισχύσει τη ρωσική επιρροή στην Ανατολική Ευρώπη.

Όμως, οι εσωτερικές διαιρέσεις περιπλέκουν οποιαδήποτε ενιαία διπλωματική προσέγγιση. Η Γαλλία έχει κατά καιρούς υποστηρίξει τη διατήρηση του διαλόγου με το Κρεμλίνο, ενώ η Γερμανία έχει υιοθετήσει πιο επιφυλακτική στάση. Τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης συνεχίζουν να είναι αρνητικά, θεωρώντας ότι υπάρχουν απέναντί τους ρωσικές εδαφικές φιλοδοξίες. 

Αυτές οι διαφωνίες δεν υποδηλώνουν απαραίτητα αδυναμία· αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές προσλήψεις της έννοιας της απειλής. Δυσκολεύουν όμως αφάνταστα την Ευρώπη στο να διατυπώσει μια ενιαία, συνεκτική πολιτική απέναντι στη Ρωσία. Έτσι, τελικά, επικρατεί και επιλέγεται η μέση οδός: Στρατηγική περιορισμού σε συνδυασμό με επιλεκτική εμπλοκή. Ενίσχυση της στρατιωτικής αποτροπής, κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης, περιορισμένη διπλωματία. Οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης ενδέχεται σταδιακά να πιέσουν για υπό όρους ομαλοποίηση, ωστόσο θα πρέπει να βρουν έναν τρόπο να διαχειριστούν τις επίμονες αντιρρήσεις των Ανατολικών. Με αυτό ως δεδομένο, το αποτέλεσμα πιθανότατα θα είναι μια μακρά περίοδος ψυχρής συνύπαρξης με τη Ρωσία με πιθανά «διαλείμματα» αναγκαστικών προσεγγίσεων λόγω κούρσας εξοπλισμών, ενέργειας, περιφερειακής σταθερότητας.

Εν κατακλείδι, η επιστροφή στην προ του πολέμου συνθήκη ευρείας οικονομικής αλληλεξάρτησης με τη Ρωσική Ομοσπονδία είναι πολιτικά αδύνατη. Από την άλλη, μια μόνιμη κατάσταση αντιπαράθεσης είναι οικονομικά και στρατηγικά αδιέξοδη. Η Ευρώπη είναι παγιδευμένη σε μια άβολη θέση διαχειριζόμενη την κρίση στη σχέση της με τη Μόσχα, χωρίς να την επιλύει.

Μια ατελής ένωση άνισων μελών

Χωρίς σαφές στρατηγικό όραμα, η Ευρώπη είναι ανύπαρκτη. Έχει θέσεις αλλά δεν μπορεί να τις εφαρμόσει, αντιδρά στις κρίσεις αλλά δεν επιδρά σε αυτές

Αν οι εξωτερικές προκλήσεις δοκιμάζουν την ευρωπαϊκή συνοχή, η εσωτερική αμφισβήτηση για τον δημοσιονομικό δογματισμό κλονίζουν τα θεσμικά θεμέλιά της. Πουθενά αλλού αυτή η αίσθηση δεν είναι τόσο έντονη όσο στο ντιμπέιτ μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας και αμοιβαιοποίησης χρέους.

Τα βόρεια και «φειδωλά» μέλη εξακολουθούν να τάσσονται υπέρ των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων και αντιστέκονται στην ιδέα χαλάρωσής τους ή α λα καρτ εφαρμογής τους. Οι οικονομίες του Νότου, που επιβαρύνονται από υψηλότερα επίπεδα χρέους και βραδύτερη ανάπτυξη, συνεχίζουν να θέλουν μεγαλύτερη ευελιξία και κοινό δανεισμό. Το Ταμείο Ανάκαμψης της πανδημίας σηματοδότησε ένα ιστορικό σημείο καμπής καθώς για πρώτη φορά η Ε.E. εξέδωσε σημαντικό κοινό χρέος για τη χρηματοδότηση της συλλογικής ανάκαμψης.

Αυτό αποτελεί σοβαρό προηγούμενο που μεταμορφώνει αθόρυβα το δημοσιονομικό τοπίο. Ενώ μια πλήρης δημοσιονομική ένωση παραμένει πολιτικά παρακινδυνευμένη, η σταδιακή αμοιβαιοποίηση φαντάζει ρεαλιστικά οικεία. Ο κοινός δανεισμός θεωρείται ολοένα και περισσότερο αποδεκτός υπό εξαιρετικές περιστάσεις, είτε για την αντιμετώπιση κρίσεων, είτε για τη χρηματοδότηση στρατιωτικών δαπανών, είτε για την υποστήριξη της πράσινης μετάβασης. Ταυτόχρονα όμως, η ευθύνη των κυβερνήσεων για τα εθνικά χρέη παραμένει άθικτη και ακέραια και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει εδώ τον πρώτο λόγο. Με άλλα λόγια, ακόμη και στο πιο καίριο ζήτημα υπαρξιακής σημασίας -της δημοσιονομικής ένωσης- η Ευρώπη στην πραγματικότητα… αυτοσχεδιάζει παρά σχεδιάζει συγκροτημένα και με κεντρική στρατηγική την επόμενη ημέρα.

Αυτό αποτυπώνει μία βασική αντίφαση. Ένα πλήρως συγκεντρωτικό δημοσιονομικό σύστημα θα απαιτούσε αλλαγές στις συνθήκες και πολιτική συναίνεση που προς το παρόν δεν υπάρχουν. Από την άλλη, η εξωτερική πίεση του παγκόσμιου ανταγωνισμού ωθούν αναγκαστικά προς μια ουσιαστικότερη οικονομική σύμπλευση. Το αποτέλεσμα είναι πάλι ένα υβριδικό μοντέλο, ένα σύστημα που εξελίσσεται μέσα από την κρίση, όχι μέσω του σχεδιασμού.

Δύο ή πολλές ταχύτητες 

Η Ευρώπη είναι τελικά μια ατελής ένωση άνισων μελών. Ένας ισχυρός πυρήνας, κυρίως η Γαλλία και η Γερμανία με την υποστήριξη μερικών άλλων, διαμορφώνει και καθοδηγεί μεγάλο μέρος της ατζέντας στην άμυνα, τη δημοσιονομική πολιτική, τη βιομηχανική στρατηγική. Τα περιφερειακά μέλη προσαρμόζονται στις αποφάσεις του πυρήνα· δεν έχουν πρωτοβουλία. Η δυναμική αυτή έχει οδηγήσει ντε φάκτο σε ένα σύστημα πολλαπλών ταχυτήτων.

Το μοντέλο προσφέρει πρακτικά πλεονεκτήματα. Επιτρέπει στα κράτη που είναι πρόθυμα να ενσωματωθούν πιο βαθιά σε τομείς όπως οι αμυντικές προμήθειες, η τεχνολογική ανάπτυξη και ο δημοσιονομικός συντονισμός χωρίς να απαιτείται ομόφωνη συμμετοχή. Επιτρέπει ουσιαστικά στο ευρωπαϊκό «πρωτόζωο» να αποκτήσει εξελικτική ικανότητα.

Αλλά αυτό εγκυμονεί κινδύνους. Το χάσμα μεταξύ εκείνων που καθοδηγούν και εκείνων που ακολουθούν θα τροφοδοτήσει κάποια στιγμή δυσαρέσκεια. Οι κοινωνίες των περιφερειακών μελών μπορεί να αποδεχτούν έναν υποδεέστερο ρόλο εφόσον το σύστημα τούς προσφέρει σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη. Αν η σύγκλιση σταματήσει ή οι κρίσεις πολλαπλασιαστούν, το σιωπηλό κοινωνικό συμβόλαιο με τις Βρυξέλλες θα μπορούσε να καταρρεύσει.

Προς το παρόν, το άτυπο μοντέλο των δύο ταχυτήτων φαίνεται βιώσιμο. Τα κράτη του πυρήνα επωφελούνται από μια μεγάλη ενιαία αγορά και από πολιτική ευθυγράμμιση. Τα περιφερειακά κράτη αποκτούν πρόσβαση σε χρηματοδότηση, εγγυήσεις ασφάλειας και οικονομική σταθερότητα. Οι ελίτ σε όλη την ήπειρο είναι βαθιά ενσωματωμένες στους θεσμούς και τα δίκτυα της Ένωσης ενισχύοντας την αδράνεια του συστήματος.

Έτσι η Ε.Ε. λειτουργεί λιγότερο ως ιεραρχική δομή και περισσότερο ως διαπραγματευτική λέσχη. Η συμμετοχή παραμένει εθελοντική, η δέσμευση ακολουθεί κανόνες και αυτό που προκύπτει τελικά είναι μια πλουραλιστική σύνθεση, όχι μια δομή κεντρικής εξουσίας.

Χωρίς ξεκάθαρες λύσεις 

Αυτή η ιδιαίτερη φύση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος ενισχύει και τη στρατηγική ασάφειά του. Αντί για ξεκάθαρες λύσεις, η Ευρώπη επιλέγει πάντα τη μέση οδό: Θέλει μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠA αλλά χωρίς διακοπή των δεσμών, θέλει περιορισμό της Ρωσίας αλλά διατηρώντας παράλληλα ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας μαζί της, θέλει σταδιακή εμβάθυνση της δημοσιονομικής ολοκλήρωσης αλλά δεν υιοθετεί την πλήρη ομοσπονδιοποίηση.

Η ασάφεια προσφέρει ευελιξία, όμως οδηγεί και στην παράλυση. Χωρίς σαφές στρατηγικό όραμα, η Ευρώπη είναι ανύπαρκτη. Έχει θέσεις αλλά δεν μπορεί να τις εφαρμόσει, αντιδρά στις κρίσεις αλλά δεν επιδρά σε αυτές. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται από το ενδεχόμενο μιας αιφνίδιας κατάρρευσής της, πηγάζει από την υπαρκτή προοπτική μιας σταδιακής απόσυρσής της.

Το ερώτημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ευρωπαϊκή κυρίαρχη τάξη δεν είναι το αν η Ε.Ε. θα ευθυγραμμιστεί με την Ουάσιγκτον ή θα συνεργαστεί με τη Μόσχα, ούτε το αν θα αμοιβαιοποιήσει το χρέος. Είναι αν θέλει και μπορεί να κατευθύνει την Ευρώπη στον δρόμο ενός πραγματικά παγκόσμιου παράγοντα εξισορρόπησης, ή αν θα ζήσει για πάντα με αυτό το όνειρο…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0