Θα μπορούσε να αποτελεί ευχάριστο παραλειπόμενο η ανάρτηση του Τραμπ για την εκεχειρία μεταξύ Καμπότζης και Ταϊλάνδης ύστερα από πέντε μέρες θερμής στρατιωτικής αναμέτρησης μεταξύ τους με την οποία ο πρόεδρος αυτοεπαίρεται για την συμβολή του στον τερματισμό των εχθροπραξιών.
«Τερματίζοντας αυτόν τον πόλεμο, σώσαμε χιλιάδες ζωές... Έχω πλέον τερματίσει πολλούς πολέμους σε μόλις έξι μήνες - είμαι περήφανος που είμαι ο Πρόεδρος της ΕΙΡΗΝΗΣ!» έγραψε στο γνώριμο ύφος του ο μεγιστάνας στη πλατφόρμα του, το Truth Social.
Μόνο που η εικόνα αυτή παραείναι ωραιοποιημένη. Η αλήθεια είναι ότι μια ακόμη σύγκρουση έρχεται να προστεθεί αναπάντεχα και άκρως ανησυχητικά στο μεγάλο πλάνο των διάσπαρτων εστιών πολέμου που ξέσπασαν τα τελευταία χρόνια και μαίνονται έκτοτε ανά τον κόσμο.
Καμπότζη και Ταϊλάνδη έχουν μακρύ ιστορικό αντιπαλότητας και στρατιωτικών αναμετρήσεων οι απαρχές του οποίου ανάγονται στην εποχή της γαλλικής αποικιοκρατίας στην Ινδοκίνα, στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο είναι η πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, περισσότερο από μια δεκαετία, που συγκρούονται με τέτοια ένταση και σε τέτοια έκταση κατά μήκος των 800 χιλιομέτρων κοινών συνόρων τους
Εντάσεις και αλληλοκατηγορίες
Δεν υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα για το πώς ξέσπασε ο τελευταίος κύκλος βίας, μόνο αλληλοκατηγορίες. Οι εντάσεις μεταξύ των δύο γειτόνων στην Νοτιοανατολική Ασία άρχισαν να κλιμακώνονται τον Μάιο μετά τον θάνατο ενός Καμποτζιανού στρατιώτη στη διάρκεια μιας σύντομης ανταλλαγής πυροβολισμών κατά μήκος των συνόρων. Από τότε το θερμόμετρο ανεβαίνει, μετά τη φραστική αντιπαράθεση ήρθε και η ένοπλη.
Εντύπωση προκάλεσε η ραγδαία κλιμάκωση της σύγκρουσης. Από κατά τόπους συμπλοκές με τη χρήση ελαφρών όπλων πήρε γρήγορα τη μορφή ολομέτωπης πολεμικής αναμέτρησης με τη χρήση βαρέος πυροβολικού, πυραύλων και αεροπορίας. Η Ταϊλάνδη έστειλε μαχητικά F-16 για να πραγματοποιήσουν αεροπορικές επιδρομές λίγες ώρες αφότου άρχισαν τα πλήγματα πυροβολικού. Τουλάχιστον 38 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τις συγκρούσεις, κυρίως άμαχοι.
Ο Τραμπ φέρεται να «απείλησε» τους ηγέτες των δύο χωρών, τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό της Ταϊλάνδης Φουμθάν Ουετσαγιάτσα και τον ομόλογό του της Καμπότζης Χου Μανέτ με τη γνωστή μπλόφα του, την επιβολή δασμών.
Υπόψιν, ότι η αμερικανική είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά για τις οικονομίες των δύο αντιμαχόμενων. Για την Καμπότζη αντιπροσωπεύει με διαφορά περίπου το 25-30% της συνολικής αξίας των εξαγωγών της και αφορά κατά κύριο λόγο προϊόντα ένδυσης και υπόδησης. Το 2024, οι εξαγωγές ρούχων στις ΗΠΑ έφτασαν αθροιστικά σχεδόν τα 10 δισ. δολάρια. Στα προϊόντα αυτά περιλαμβάνονται πουκάμισα, πουλόβερ, φορέματα, παντελόνια και σχετικά αξεσουάρ που παράγονται με την ετικέτα μεγάλων κατασκευαστών του χώρου όπως Adidas, H&M, Ralph Lauren και Lacoste.
Για την Ταϊλάνδη, οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν επίσης τη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά. Το 2024, η χώρα κατέγραψε όγκο εξαγωγών προς τις ΗΠΑ ύψους 55 δισεκατομμυρίων δολαρίων με το μεγαλύτερο μέρος εξ’ αυτών να αφορά ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, σκληρούς δίσκους, ολοκληρωμένα κυκλώματα, εξαρτήματα υπολογιστών και τηλεπικοινωνιακά εξαρτήματα. Αυτά τα αγαθά σε συνδυασμό με εξαρτήματα αυτοκινήτων, προσωπικούς υπολογιστές και μηχανολογικό εξοπλισμό αποτελούσαν πάνω από το 40% των εξαγωγών της Ταϊλάνδης προς τις ΗΠΑ για το 2024.
Από τον Απρίλιο ο Τραμπ ανακατεύει την τράπουλα των εμπορικών εταίρων της Αμερικής στην Νοτιοανατολική Ασία και απειλεί την Καμπότζη με δασμούς 49% και την Ταϊλάνδη με 36% υποχρεώνοντας τις κυβερνήσεις τους να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για να υπογράψουν νέες εμπορικές συμφωνίες με την Ουάσιγκτον.
Το κόλπο…
Ο Τραμπ φέρεται να απείλησε τους ηγέτες των δύο αντιμαχόμενων με απόσυρση των ΗΠΑ από τις διμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις και επιβολή δασμών αν δεν αποδέχονταν εκεχειρία, κάτι που εν μέρει επηρέασε αλλά δεν καθόρισε την τροπή της σύγκρουσης προς μια πορεία εκτόνωσης. Αν και ο Αμερικανός πρόεδρος διεκδίκησε δάφνες δόξας μόνο για τη δική του μεσολάβηση, είναι δεδομένο πως και άλλοι διεθνείς παράγοντες, ανάμεσά τους η Κίνα και η Μαλαισία, υπό τον ρόλο της ασκούσας τη τρέχουσα περίοδο την προεδρία του περιφερειακού μπλοκ του ASEAN, έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην παύση των εχθροπραξιών. Μάλιστα, ο πρωθυπουργός της Μαλαισίας, Ανουάρ Ιμπραχίμ ανέλαβε τον δύσκολο έργο να οδηγήσει τους ηγέτες των δύο χωρών στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων σε μια απευθείας συνάντηση που έγινε στην κατοικία του.
Αλλά παρά ευχολόγιο η κατάσταση κρέμεται από μια λεπτή κλωστή. Το ρήγμα στις σχέσεις Ταϊλάνδης και Καμπότζης είναι καλά «εδραιωμένο» εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα προκαλώντας κατά καιρούς θερμά επεισόδια. Το 2011, παρόμοιες συγκρούσεις στη γραμμή των συνόρων άφησαν πίσω τους 20 νεκρούς και ανάγκασαν χιλιάδες ανθρώπους και από τις δύο πλευρές της συνοριογραμμής να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.
Οι σχέσεις μεταξύ των δύο γειτονικών εθνών της νοτιοανατολικής Ασίας παραμένουν τεταμένες από το 1907, όταν η γαλλική αποικία της Καμπότζης και το ανεξάρτητο Βασίλειο του Σιάμ όπως ήταν γνωστή η Ταϊλάνδη μέχρι το 1939, υπέγραψαν συνθήκη για την οριοθέτηση της μήκους 800 χλμ κοινής συνοριογραμμής τους. Με τη γαλλική αποικιοκρατία στην περιοχή να αντιμετωπίζει τα πρώτα σημάδια παρακμής, η συνθήκη αυτή έμελλε να στοιχειώσει τις σχέσεις των δύο γειτόνων εξαιτίας μιας σκόπιμης «ασάφειας»:
Ο χάρτης που συμπεριλήφθηκε στη συνθήκη διέφερε από το κείμενο, κυρίως όμως άφηνε τον ιστορικό ινδουιστικό ναό του 11ου αιώνα Πρεάχ Βιχέρ, μεγάλης πολιτιστικής και θρησκευτικής αξίας και για τα δύο έθνη, υπό γαλλικό έλεγχο.
Σημείο τριβής
Το Πρεάχ Βιχέρ μετατράπηκε έκτοτε σε σημείο τριβής. Στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η σύμμαχος της μιλιταριστικής Ιαπωνίας, Ταϊλάνδη, κατέλαβε τον ναό και μετά την ήττα των δυνάμεων του Άξονα τον παρέδωσε στην Καμπότζη η οποία παρέμενε ακόμη υπό γαλλική κυριαρχία. Το 1954, καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους της γαλλικής αποικιοκρατίας στην Ινδοκίνα και η ανεξάρτητη Καμπότζη αναδύεται στον ορίζοντα, η Ταϊλάνδη ξαναπήρε τον έλεγχο του ναού.
Η Καμπότζη προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης με το επιχείρημα ότι ο γαλλικός χάρτης του 1907 αποδείκνυε την κυριαρχία της επί του ναού. Το δικαστήριο έκρινε τελεσίδικα το 1962 ότι ο ναός ανήκει όντως στη Καμπότζη με βάση τη συνθήκη του 1907. Η Ταϊλάνδη αποδέχτηκε την απόφαση αυτή και απέσυρε τα στρατεύματά της από την περιοχή.
Οι εντάσεις στις σχέσεις των δύο γειτόνων με αφορμή την διεκδίκηση του ναού επανεμφανίστηκαν το 2008 όταν η καμποτζιανή κυβέρνηση ζήτησε την αναγνώριση του Πρέαχ Βιχέρ από την UNESCO ως Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Η κυβέρνηση της Ταϊλάνδης του τότε πρωθυπουργού Σαμάκ Σουνταραβέτζ αρχικά υποστήριξε το αίτημα δεδομένου ότι ο ναός έχει εξίσου συμβολική αξία για την Ταϊλάνδη, ωστόσο απέσυρε γρήγορα την υποστήριξή του όταν οι πολιτικοί αντίπαλοί του τον κατηγόρησαν ότι «ξεπουλά» τα νόμιμα δικαιώματα της Ταϊλάνδης.
Η UNESCO ενέκρινε το αίτημα της καμποτζιανής κυβέρνησης και τον Ιούλιο του 2008 το Πρέαχ Βιχέρ κηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Η απόφαση προκάλεσε τα... «διεκδικητικά» αντανακλαστικά των κυβερνώντων στην Μπανγκόκ. Σε λίγες ημέρες η κυβέρνηση της Ταϊλάνδης ανέπτυξε στρατεύματα κοντά στον ναό. Η Καμπότζη υποστήριξε ότι εισήλθαν στην επικράτειάς της, η Μπανγκόκ το αρνήθηκε. Με τη σειρά της κυβέρνηση της Πνομ Πενχ απάντησε με τον ίδιο νόμισμα συγκεντρώνοντας στρατιωτικές δυνάμεις της κατά μήκος διαφόρων σημείων στα σύνορα.
Η εσωτερική δυναμική
Ωστόσο, το τελευταίο ξέσπασμα βίας λίγο έχει να κάνει με την διεκδίκηση του ναού. Η εσωτερική πολιτική δυναμική, η εθνικιστική ρητορική και μια προοπτική ενεργειακών διεκδικήσεων από τις δύο χώρες είναι που δίνει το ρυθμό στην αντιπαλότητα, αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Το σπιράλ της βίας άρχισε να ξετυλίγεται τον Μάιο όταν ένας Καμποτζιανός στρατιώτης σκοτώθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στη διάρκεια μιας ακόμη συνοριακής συμπλοκής.
Η 39χρονη πρωθυπουργός της Ταϊλάνδης Παετονγκτάρν Σιναουάτρα, κόρη του πρώην πρωθυπουργού Τακσίν Σιναουάτρα, και επικεφαλής του κεντρο-αριστερού λαϊκιστικού κόμματος «Για τους Ταϊλανδούς» τηλεφώνησε μετά το περιστατικό στον ντε φάκτο ηγέτη της Καμπότζης Χουν Σεν, προκειμένου να αποκλιμακώσει την ένταση. Αλλά η κλήση αυτή είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Σε μια ηχογράφηση της συνομιλίας που δημοσίευσε ο ίδιος ο Χουν Σεν στο Διαδίκτυο, ακούγεται η Σιναουάτρα να μιλά υποτακτικά στον συνομιλητή της αποκαλώντας τον μάλιστα… «θείο» και να επιρρίπτει την ευθύνη για την συμπλοκή στον ταϊλανδικό στρατό.
Αυτή η διαρροή προκάλεσε οργή στη Ταϊλάνδη και κύμα πιέσεων για την παραίτηση της νεαρής πρωθυπουργού. Στις αρχές του μήνα, το συνταγματικό δικαστήριο ανέστειλε τα πρωθυπουργικά καθήκοντά της Σιναουάτρα οδηγώντας στον διορισμό υπηρεσιακού πρωθυπουργού.
Η εθνικιστική ρητορική έχει ενταθεί τελευταία στη Ταϊλάνδη καθώς οι συντηρητική αντιπολίτευση αμφισβητεί έντονα το σχέδιο της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί με τη Καμπότζη την κοινή εξερεύνηση ενεργειακών πόρων σε μη οριοθετημένες θαλάσσιες περιοχές, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να διακινδυνεύσει την απώλεια της νήσου Κο Κουντ, στον Κόλπο της Ταϊλάνδης.
Οι εντάσεις κλιμακώθηκαν περεταίρω τον Φεβρουάριο όταν μια ομάδα Καμποτζιανών, συνοδευόμενη από στρατεύματα της χώρας τους, τραγούδησε τον καμποτζιανό εθνικό ύμνο σε έναν άλλο αρχαίο ινδουιστικό ναό, τον οποίο διεκδικούν και οι δύο χώρες, τον Τα Μόαν Τομ, πριν τους σταματήσουν Ταϊλανδοί στρατιώτες.
Παρά την αποκλιμάκωση μετά το τελευταίο επεισόδιο, η δυναμική στις σχέσεις των δύο ανταγωνιστικών γειτόνων μόνο ανησυχία προκαλεί. Πόσο μάλλον όταν το πεδίο της αντιπαράθεσης βρίσκεται σε μια περιοχή του κόσμου, τη Νοτιοανατολική Ασία, που αποτέλεσε προκεχωρημένο μέτωπο θερμής αντιπαράθεσης κατά την ιστορική περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.