Live τώρα    
Λος Άντζελες / Υπόθεση Ρόντνεϊ Κίνγκ - Όταν η «Πόλη των Αγγέλων» είχε γίνει πάλι κόλαση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Λος Άντζελες / Υπόθεση Ρόντνεϊ Κίνγκ - Όταν η «Πόλη των Αγγέλων» είχε γίνει πάλι κόλαση

Πινακίδα σε ταραχές στο Λος Άντζελες
(EPA/ALLISON DINNER)

Δεν είναι η πρώτη φορά που το Λος Άντζελες βλέπει το σκληρό πρόσωπο της κοινωνικής βίας. Οι φυλετικές και ταξικές εντάσεις σιγοβράζουν στη πόλη και στο περιθώριο του «αμερικανικού ονείρου» εδώ και δεκαετίες και μια αφορμή αρκεί για να ανάψει το φυτίλι που θα προκαλέσει την έκρηξη.

Το 1992, επί σχεδόν μια εβδομάδα, από τις 29 Απριλίου ως τις 4 Μαϊου, η πόλη ήλθε αντιμέτωπη με το χειρότερο, ως τότε, κύμα κοινωνικής βίας που άφησε πίσω του εκατοντάδες καμένα κτίρια, καταστήματα και σπίτια, λεηλατημένες γειτονιές, καμένα οχήματα κάθε είδους και σαρωτικές υλικές ζημιές αξίας ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων-περίπου 2,25 δισ. σημερινής αξίας. Εκείνο όμως που προκάλεσε σοκ και χάραξε έκτοτε ανεξίτηλα τη συλλογική μνήμη ήταν οι 63 νεκροί των επεισοδίων. Μάλιστα, αρκετά από αυτά εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων εμβρόντητων τηλεθεατών καθώς τα κανάλια μετέδιδαν απευθείας από κάμερες σε ελικόπτερα σκηνές επιθέσεων, εμπρησμών και λεηλασιών σε διάφορα σημεία της πόλης.

Εθνική οργή

Αιτία του πρωτοφανούς ξεσπάσματος που, επίσης, καταστάλθηκε με επέμβαση της εθνικής φρουράς, ήταν η αθώωση από τοπικό δικαστήριο τεσσάρων αστυνομικών του αστυνομικού τμήματος του Λος Άντζελες (LAPD) οι οποίοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες για «επίθεση» και χρήση «υπέρμετρης βίας» κατά την σύλληψη του Αφροαμερικανού οδηγού Ρόντνεϊ Κινγκ, τον όποιο προηγουμένως είχαν καταδιώξει καθώς δεν σταμάτησε σε σήμα τους για έλεγχο.

Το περιστατικό συνέβη το βράδυ της 3ης Μαρτίου 1991. Σε μια «λεπτομέρεια» που έμελλε να αποδειχθεί καθοριστική για την τροπή των γεγονότων μετέπειτα, ο ξυλοδαρμός καταγράφηκε από ερασιτεχνική κάμερα από έναν περαστικό, τον Τζορτζ Χόλιντεϊ. 

Αρκετά πριν την ευρεία διάδοση του Ίντερνετ, την ύπαρξη καν των social media και των viral αναρτήσεων, το βίντεο στο οποίο εμφανίζονταν τέσσερις σωματώδεις αστυνομικοί να χτυπούν με μένος έναν Αφροαμερικανό πολίτη ανίκανο να αντιδράσει, μεταδόθηκε ξανά και ξανά από πολλά τηλεοπτικά κανάλια σε όλη την Αμερική προκαλώντας οργή και αποτροπιασμό σε εθνική κλίμακα.

Με την υπόθεση να έχει πάρει διαστάσεις και το κλίμα να είναι ήδη φορτισμένο, η δίκη των κατηγορούμενων αστυνομικών έγινε σε ένα προάστιο όπου διαμένουν κυρίως λευκοί, το Σίμι Βάλεϊ. Στις 29 Απριλίου 1992, και οι τέσσερις κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν από τη κατηγορία της «επίθεσης» και οι τρεις από εκείνη της χρήσης «υπέρμετρης βίας».

Σημειώνεται ότι πριν το περιστατικό του ξυλοδαρμού του Ρόντνεϊ Κινγκ, οι ηγέτες των μειονοτικών κοινοτήτων του Λος Άντζελες είχαν επανειλημμένα θέσει θέμα διακρίσεων και χρήσης υπερβολικής βίας από αξιωματικούς του LAPD. Κατηγορούσαν τον Ντάριλ Γκέιτς, αρχηγό του τμήματος από το 1978 έως το 1992, ως τον υπαίτιο αυτής της συμπεριφοράς.

Επιχείρηση Hammer

Σύμφωνα με μια σχετική μελέτη, «σκανδαλώδης ρατσιστική βία σημάδεψε το LAPD υπό την θυελλώδη ηγεσία του Γκέιτς». Επί προεδρίας Ρέιγκαν, τον Απρίλιο του 1987, το LAPD είχε εξαπολύσει τη διαβόητη επιχείρηση Hammer, μια ευρείας κλίμακας επιχείρηση-σκούπα με έντονα τα στρατιωτικά χαρακτηριστικά.

Μέχρι το 1990, περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι, κυρίως άνδρες από μειονότητες, είχαν συλληφθεί σε αστυνομικές επιδρομές στο πλαίσιο της επιχείρησης με τους επικριτές της να υποστηρίζουν ότι είχε καθαρά φυλετικά κίνητρα στοχεύοντας κυρίως νέους Αφροαμερικανούς και Λατίνους. Η αίσθηση της στοχοποίησης των μειονοτήτων από την αστυνομία πιθανότατα συνέβαλε εκθετικά στη συσσώρευση λαϊκής οργής μετά τον ξυλοδαρμό του Ρόντνεϊ Κίνγκ και στη συνέχεια στην έκρηξή της στους δρόμους και τις γειτονιές του Λος Άντζελες. 
     
Η ετυμηγορία του δικαστηρίου στο Σίμι Βάλεϊ και η αθώωση των αστυνομικών προκάλεσε άμεσα έντονες αντιδράσεις, ειδικά από την αφροαμερικανική κοινότητα η οποία την θεώρησε ως ένα ακόμη περιστατικό φυλετικής αδικίας και αστυνομικής βαρβαρότητας.

Το κύμα βίας έγινε ανεξέλεγκτο και σάρωσε εκτεταμένες περιοχές στο νότιο και κεντρικό τμήμα της πόλης με λεηλασίες, εμπρησμούς και επιθέσεις. Οι επιχειρήσεις κορεατικής ιδιοκτησίας, πολλές από τις οποίες λειτουργούσαν σε γειτονιές μαύρων, βρέθηκαν στο στόχαστρο και πολλοί Κορεάτες καταστηματάρχες πήραν τα όπλα για να υπερασπιστούν τις περιουσίες τους. Η στοχοποίηση αυτή μεταφέρθηκε αλληγορικά στο σινεμά στη ταινία του επόμενου χρόνου, του 1993, Falling Down (ελληνικός τίτλος «Ξεχωριστή Μέρα») με τον Μάικλ Ντάγκλας.  

Το άλλο πρόσωπο του LA

Η αντίδραση της αστυνομίας ήταν αρχικά αργή και αναποτελεσματική και η κλήση της εθνοφρουράς και των πεζοναυτών κρίθηκε αναγκαία για την αποκατάσταση της τάξης. Ένα από το πιο βίαια περιστατικά των επεισοδίων ήταν ο άγριος ξυλοδαρμός του λευκού οδηγού φορτηγού Ρέτζιναλντ Ντένι, στη διασταύρωση των οδών Φλόρενς και Νορμανδίας, που  μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση από κάμεραμαν που πετούσε με ελικόπτερο πάνω από το σημείο.

Οι ταραχές του 1992 αποκάλυψαν το άλλο πρόσωπο της πόλης-σύμβολο της Δυτικής Ακτής και του αμερικανικού ονείρου «σημαδεμένο» βαθιά από φυλετικές και ταξικές διαιρέσεις. 

Αργότερα, απαγγέλθηκαν κατηγορίες για ομοσπονδιακά αδικήματα εναντίον των τεσσάρων αστυνομικών του LAPD και δύο από αυτούς καταδικάστηκαν. Το τμήμα υπέστη ριζική αναδιάρθρωση ωστόσο οι εντάσεις μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου και των μειονοτικών κοινοτήτων, παρέμειναν.

Οι διαιρέσεις στο Λος Άντζελες όπως και σε πολλές αμερικανικές πόλεις έχουν ιστορικές ρίζες και έχουν διαμορφωθεί από οικονομικές συνθήκες αλλά και από δεκαετίες φυλετικών και μειονοτικών διακρίσεων. Μια από αυτές ήταν και η τακτική της λεγόμενης «κόκκινης γραμμής», από το 1930 ως το 1960, όταν τράπεζες και κυβερνητικές υπηρεσίες δεν έδιναν στεγαστικά δάνεια σε μαύρους και λατινοαμερικανούς περιορίζοντας τις κοινότητες τους σε συγκεκριμένες περιοχές της πόλης. Την ίδια περίοδο, πολλές γειτονιές λευκών εφάρμοζαν νομικές ρήτρες που απαγόρευαν την πώληση κατοικιών σε μη λευκούς. Το αποτέλεσμα ήταν η γκετοποίηση με τη συγκέντρωση των Αφροαμερικανών στο νότιο και κεντρικό Λος Άντζελες, των Λατινοαμερικανών στο ανατολικό, και των λευκών στις εξεζητημένες προαστιακές περιοχές.

Δραματικές αλλαγές

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Λος Άντζελες συνέχιζε να είναι κέντρο βιομηχανικής παραγωγής με θέσεις εργασίας στον τομέα της μεταποίησης, την αυτοκινητοβιομηχανία, την αεροδιαστημική πολλές από τις οποίες πρόσφεραν αξιοπρεπείς μισθούς στις οικογένειες των μαύρων και των λατινοαμερικανικών εργατών.

Αλλά μέχρι τη δεκαετία 1970-1980, πολλά εργοστάσια έκλεισαν ή μετεγκαταστάθηκαν οδηγώντας σε μαζική ανεργία τις κοινότητες αυτές. Οι νέες θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών, το λιανικό εμπόριο ή το γρήγορο φαγητό που συχνά αντικαθιστούσαν εκείνες των βιομηχανικών εργατών, πρόσφεραν σαφώς πολύ μικρότερες αμοιβές.

Την ίδια ώρα, πολλές γειτονιές μειονοτήτων παραμελήθηκαν από τις δημοτικές αρχές με αποτέλεσμα κρίσιμες υποδομές όπως τα σχολικά κτίρια να υποβαθμιστούν. Οι μειονοτικές κοινότητες έχουν μικρή πολιτική δύναμη στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων του δήμου με αποτέλεσμα η διαχείριση πόρων ή ο πολεοδομικός σχεδιασμός συχνά να αφήνει απέξω τις ανάγκες των περιοχών χαμηλού κοινωνικο-οικονομικού προφίλ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0